Chondros and Katsiani on the Mountain

5, 22 1874 cut

Το κομμάτι Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό παρουσιάστηκε πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1998 στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Βόλου. Εκδόθηκε σε δίσκο ακτίνας, σε πολύ περιορισμένα αντίτυπα το 2006 από την Άλλη Πόλη, και τώρα φτάνει σε μια δεύτερη έκδοση, που μάλλον είναι η οριστική, χάρη στη φροντίδα των δίσκων Rekem,  με δίγλωσο βιβλιαράκι 48 σελίδων (ελληνκά – αγγλικά).

The piece Chondros and Katsiani on the Mountain was aired for the first time in summer 1998 by Volos Municipal Radio. It was published as a very limited edition CD in 2006 by Alli Poli, and here it is in a second edition, most probably the definite one, thanks to the care of Rekem records, with a 48 page bilingual booklet (Greek and English)

IMG_3043b

Η αρχική έκδοση του 2006
The original 2006 edition


 

 

on 

An interesting reissue (originally pressed in 1998) from Greek experimental artist Costis Drygianakis. which originally started as a joke about Nixon in China. And I am so glad this hasn’t been lost to time or region, as this is my fresh introduction to a spellbinding hour-long work over two decades old. Drygianakis incorporates voices (in Greek), violin, over a melancholic wavering drone that transcends the years in which it was made. It creaks and throbs with imaginative, fleeting dis/harmonies but never comes off coarse or too noisy. It’s like the aftermath of something at first.


Long before he established his name as senior statesman in the Greek experimental music scene, Costis Drygianakis met with two thirds of the group Dimosioypalliliko Retire (see Rekem 10) to produce this moving yet humble radio “opera”. Tip-toeing on absurdity based on the improvised libretto (the edition comes with translations of both lyrics and newly commissioned texts), Drygianakis produced here one of his definitive works, based on irreverence and boundless spirit.


Embedded there are folk underpinnings, the music of the people, interspersed with peculiar percussion and sudden instrumental riffs. In a fleeting moment you might find yourself in an ancient castle, the next in embarking into a game of sci-fi laser tag. The cosmic references are strokes of genius, as are many of the unlikely turns (a piano interlude, castanet techno, and a multitude of tiny percussive elements like torn paper and the sort). This is at its best when its most abstract  as he’s developed a very physical mix that stops and starts back up at regular frequency. High pitch tones mix with thriller synths and a rollercoaster cavalcade of frequencies. This is one that will make an eager active listener out of a serious slacker as it tell its tale, as deformed as it is. And that is just it, form, and Drygianakis’ abridgement and tinkering with what it is, and can be. At one point it literally sounds if he sawing away, pun likely intended.

As wild as this ride is …on the Mountain it has just as many junctures of rumination. There are silences that lead to handclaps or short synth flourishes as if starting an artwork completely from scratch more than two-thirds the way through. No stone is left untouched in terms of style, there is an all-in-one approach, there is even a dreamlike hip-hop riff, followed by dark alleyway footsteps. The only real expectation in rolling with the unpredictable. It’s the magic of the edit, and the tension building mood swings that are musical (tribal, classical, native) in between and embedded into the larger freeform musique concrète patterns.


Frans de Waard for Vital Weekly, 11.6.2019

Very hot on the heels of ‘The Pentheus Myth’, an unreleased old work by Kostas Pandopoulos & Costis Drygianakis (Vital Weekly 1184), there is now a re-issue of the latter’s work ‘Chondros And Katsiani On The Mountain’, which he composed in 1998 and which was broadcasted by Greek radio back then. It was released in 2006 by Alli Poli but now is due for a re-issue. I had no idea who Thanasis Chondros and Alexandra Katsiani were, but thanks to the extensive booklet, I realized they were Dim. Retire, of whom, so I think, I reviewed a CD when Vital was a fanzine on paper. Thanks to the extensive text in the booklet here, I know they were artists, with a Fluxus background and already a bit older. They knew, in the early 80’s Costis Drygianakis, and when John Adams completed his opera ‘Nixon In China’, they saw a line from ‘Einstein On The Beach’and suggested that Costis would do an opera about the then leader of the conservative party, ‘Mitsotakis In Trikala’. The idea stuck, but instead, Costis started to use voice bits from Chondros and Katsiani, also teachers and performers and during two separate periods of four years he composed this radiophonic drama. For the music end, Drygianakis plays all the instruments himself and these include percussion, piano and lots of electronic sounds; found sounds as well as those plundered from other people’s records. Joy Division’s ‘Substance’ is mentioned but not detected by these ears, nor did I hear Emerson, Lake & Palmer. I understand from the booklet that all of this was made tongue in cheek, the parody of aforementioned operas, and that shows through ‘text and music’, which is not something I can say happens. Maybe I am just playing this all in a serious state of mind, too seriously maybe, and enjoying the strange, one hour long sound collage of improvised music passages, mixed with a sequenced beat and some hand manipulated objects. There are also the occasional spoken words, in Greek, and even with the translation at hand, I am not sure about the humour. But whatever, so I was thinking, I enjoyed it purely on its merits, and that was the radiophonic work and Drygianakis did a great job there. It moves back and forth between all sorts of sceneries, textures and moods and it is very pleasant work, even if something is lost in translation, due time and context.


Ο Φώντας Τρούσας στο Δισκορυχείον, 2.7.2019

ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΥΓΙΑΝΑΚΗΣ ο Χονδρός και η Κατσιάνη (ξανά) στο βουνό

«Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό» [REKEM Records, 2019] είναι ένα πειραματικό άλμπουμ του Κωστή Δρυγιανάκη, που είχε κυκλοφορήσει σε CD-R για πρώτη φορά, τον Ιούνιο του 2006, από την Άλλη Πόλη – το label που διαχειρίζονταν οι Θανάσης Χονδρός και Αλεξάνδρα Κατσιάνη, αμφότεροι γνωστοί μέσω του σχήματος Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ, αλλά και από τις πιο προσωπικές δουλειές τους (παραστάσεις, happenings κ.λπ.). Και αυτό είναι ένα αρχικό περίεργο. Να επανακυκλοφορεί δηλαδή σε CD, έστω και με τη μορφή δίγλωσσου 48σέλιδου βιβλίου, ένα άλμπουμ σχετικώς καινούριο (ιστορίας δεκατριών χρόνων). Θέλω να πω πως επανακυκλοφορίες CD-άλμπουμ σε δίσκους βινυλίου είναι κάτι μάλλον αναμενόμενο (και συμβαίνει), αλλά επανατυπώσεις παλαιών CDs, ξανά σε CD δεν είναι κάτι που συμβαίνει τόσο συχνά πια. Όμως αυτό δεν αποτελεί «θέμα» σώνει και καλά, γιατί και το compact disc έχει «ψωμί» ακόμη σαν μέσο υλικής μεταφοράς της μουσικής και δεν θα πρέπει να το υποτιμάμε (υπερτιμώντας σώνει και καλά το βινύλιο και εσχάτως την κασέτα). Αντιλαμβάνομαι, με άλλα λόγια, την ανάγκη να κυκλοφορούν ακόμη μουσικές σε compact discs, όπως αντιλαμβάνομαι κι αυτή την κάπως αδιόρατη ανάγκη να κυκλοφορούν και επανεκδόσεις (σε CD) άλμπουμ, που είχαν πρωτοβγεί σε compact disc και όχι σε βινύλιο. Ας το έχουμε κι αυτό κατά νου, κι ας μην είναι τόσο ουσιαστικό, ως παρατήρηση, πριν πάμε παρακάτω…

Για ’κείνη την πρώτη έκδοση τού «Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό» είχα γράψει ένα κείμενο στο περιοδικό Jazz & Τζαζ, το 2006, στο τεύχος 164, τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς (και όχι στο τεύχος 146, όπως αναγράφεται στο booklet – ευχαριστώ τον Κωστή Δρυγιανάκη για την αναφορά) επιχειρώντας, τότε, να τοποθετήσω το «Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό» μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον της ελληνικής (μουσικής) πραγματικότητας, με αναφορές και στο Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ και στην Οπτική Μουσική (και σε κάποια ακόμη ονόματα), μια «πραγματικότητα», που τότε ήταν λίαν περιορισμένη και υπόγεια. Δεν είχε, εννοώ, την παρουσία και την έκταση στα μουσικά μας πράγματα, που έχουν σήμερα οι συγκεκριμένοι ήχοι. Κι αν αυτό ήταν κάπως έτσι το 2006, σκεφτείτε πως ήταν στη δεκαετία του ’80 – όταν είχαν ξεκινήσει το ταξίδι τους το Δημ. Ρετιρέ και η Οπτική Μουσική. Διανύθηκε, θέλω να πω, μεγάλο διάστημα την τελευταία 15ετία χοντρικώς, και αυτό μόνον ως θετικό θα μπορούσε να λογισθεί.

Δεν είναι περίεργο λοιπόν το γεγονός, ούτε και πρωτόφαντο, να έρχονται οι νεότεροι, εν προκειμένω ο πειραματιστής Κωστής Κηλύμης, επιζητώντας την επαναφορά στο τώρα εκείνων των παλαιότερων εγγραφών – και γιατί ακόμη «στέκονται» και-με-το-παραπάνω, σαν αισθητικά γεγονότα, αλλά και γιατί, δια των επανεκδόσεων, ξεκαθαρίζεται και γράφεται ακόμη πιο σωστά και διεξοδικότερα η ιστορία. Κοντολογίς… δεν ξεχνάμε.

Εκείνο το παλαιό άρθρο στο Jazz & Τζαζ ξεκινούσε μ’ ένα κείμενο των Χονδρού-Κατσιάνη, που υπήρχε στο οπισθόφυλλο τού τότεCD-R και αυτό το κείμενο (που υπάρχει και στο τωρινό booklet, μέσες-άκρες) έχει νόημα να αναπαραχθεί, σ’ ένα μέρος του κι εδώ.

«Άρχισε ως αστείο. Το 1990 αγοράσαμε το άλμπουμ “Ο Νίξον στην Κίνα” του Τζ. Άνταμς, ενώ είχαμε ήδη το άλμπουμ “OΑϊνστάιν στην Παραλία” του Φ. Γκλας και προτείναμε στον Κωστή να δημιουργήσει ένα έργο με τίτλο “Ο Μητσοτάκης στα Τρίκαλα”. Είχαμε ξεχάσει πια αυτή την κουβέντα, όταν το 1994 ο Κωστής μάς παρουσίασε, αντί για τον Μητσοτάκη, την πρώτη εκδοχή του έργου “Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό”. Είχε χρησιμοποιηθεί ως υλικό αποσπάσματα από παλιές ηχογραφήσεις των φωνών μας. Στην τελική μορφή του το έργο έφτασε το 1998, οπότε και μεταδόθηκε από τον δημοτικό ραδιοσταθμό του Βόλου.(…)».

Στις νέες σημειώσεις ο Δρυγιανάκης γράφει πολλά και διάφορα σε σχέση με το πώς προέκυψε το συγκεκριμένο άλμπουμ, συμπληρώνοντας το προηγούμενο κείμενο (των Χονδρού-Κατσιάνη) με νέες λεπτομέρειες που έχουν, βεβαίως, τη σημασία τους. Το επιστέγασμα; Στο έργο ακούγονται κείμενα με τις φωνές των Χονδρού-Κατσιάνη και ακόμη προϋπάρχουσες ηχογραφήσεις και ηλεκτρονικά (Κωστής Δρυγιανάκης), κρουστά (Ηρακλής Φαναράκης), μαντολίνο (Περικλής Κυπραίος), τσέλο (Βασίλης Σαΐτης), ενώ την τελική τεχνική επεξεργασία είχε ο Θοδωρής Ζιούτος. Επίσης ακούγονται samples από δίσκους των EmersonLake & Palmer, Mozart, Joy Division, Kid Ory κ.ά.

Κι όπως είχαμε γράψει σ’ εκείνο το κείμενο του 2006:

Και σ’ αυτό το άλμπουμ ο βολιώτης μουσικός παρουσιάζει τον δικό του προσωπικό τρόπο μέσω του οποίου αντιλαμβάνεται τον ηχητικό αυθορμητισμό, μία συνισταμένη φυσικών και τεχνητών σπαραγμάτων, αναπτυγμένη σε μεγάλη φόρμα. Οι φωνές (των Χονδρού-Κατσιάνη) και οι μουσικοί ήχοι συμπλέουν σ’ ένα ακαθόριστο ταξίδι, στόχος του οποίου, κατά το κοινώς λεγόμενο, δεν είναι το τέλος της διαδρομής (συνήθως σε τέτοια πειράματα το «τέλος» απλώς δεν υφίσταται), αλλά η εξέλιξή της. Ο Δρυγιανάκης συν-θέτης με ευρύτητα γνώσεων και ακουσμάτων(…) επιτυγχάνει εκεί όπου δεν είναι πάντα εύκολο να επιτύχουν άλλοι συνοδοιπόροι του. Την «έκπληξη» την οποία συνεπάγεται η άπλα των επιλογών του – η κλασική concrète αισθητική της γαλλικής σχολής ενώνεται με το rock, τις danceδομές, τον ambient ηλεκτρονισμό, την space electronic… ακόμη και με τα δημοτικά ηχοχρώματα. Το αποτέλεσμα έχει μια παράξενη ορμή και ομορφιά, κρατώντας το ενδιαφέρον του ακροατή μέχρι το τέλος.

Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε συγκεκριμένα patterns της εξελικτικής μουσικής του Δρυγιανάκη στο «Βουνό», όπως π.χ. στον συνδυασμό φωνητικού και οργανικού δεδομένου(…), αν ο ίδιος ο συν-θέτης δεν ανακαλούσε κάθε ώρα και στιγμή, εκείνο το οποίο με κόπο ξεπετάγεται μέσα από έναν άστατο ηφαιστειακό κλυδωνισμό.

Ακμαία μουσική, πέρα από το χρόνο…

Στην νέα έκδοση της REKEM, που είναι άψογη από αισθητικής πλευράς, διαβάζεις κείμενα για την πορεία του ντούο Θανάσης Χονδρός – Αλεξάνδρα Κατσιάνη (Αρετή Λεοπούλου), γι’ αυτή καθ’ αυτή την εγγραφή (Κωστής Δρυγιανάκης), για την… ηχητική ορειβασία (Θανάσης Χονδρός – Αλεξάνδρα Κατσιάνη), όπως και για την… επιστροφή στο Βουνό (Κωστής Κηλύμης).

Το CD, φακελωμένο εκεί στο τέλος, είναι το επόμενο βήμα…


Ο Χάρης Συμβουλίδης στο Avopolis , 25.7.2019

Ένα CD-R του 2006 που παραλίγο θα λεγόταν «Ο Μητσοτάκης στα Τρίκαλα» επανεκδίδεται σε βιβλίο/CD μετά βαΐων και κλάδων, φωτίζοντας ευκρινέστερα το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε η εγχώρια πειραματική σκηνή σε προηγούμενες δεκαετίες, αλλά και τον αντίκτυπο της δράσης της σε όσους έμελλε να πάρουν τη σκυτάλη…

Η ολοκλήρωση της θητείας της κυβέρνησης του Ξενοφώντα Ζολώτα τον Απρίλιο του 1990 –η οποία έμεινε στην ιστορία ως Οικουμενική– οδήγησε τη χώρα μας σε εκλογές, τις οποίες κέρδισε μια άλλη Νέα Δημοκρατία από εκείνη που ήξερε μέχρι πρότινος ο λαός «που δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά», έχοντας αρχηγό τον κάποτε Κεντρώο, πλέον Νεοφιλελεύθερο (όπως αυτοπροσδιοριζόταν, από τη Μεταπολίτευση και πέρα) Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Σε αντίθεση ωστόσο με τον γιο του Κυριάκο, ο οποίος έγινε αυτοδύναμος Πρωθυπουργός στη δική μας χρονική/εκλογική συγκυρία, ο Μητσοτάκης Πατήρ έμεινε τότε στους 150 βουλευτές και χρειάστηκε τη μοναδική έδρα που απέμεινε στη Δημοκρατική Ανανέωση του Κωστή Στεφανόπουλου, ώστε να μπορέσει να κυβερνήσει.

Οι κατά τα λοιπά ξεχασμένες εκείνες εκλογές, είχαν κι άλλες ενδιαφέρουσες ιστορίες (τη συνέχεια της πολιτικής εκπροσώπησης της οικολογίας στην ελληνική Βουλή, αλλά και την εκ νέου είσοδο των συνασπισμένων πολιτικά Μουσουλμάνων της Θράκης), όμως η πλέον ιντριγκαδόρικη δεν γράφτηκε τελικά ποτέ: ο τίτλος Ο Μητσοτάκης Στα Τρίκαλα έπεσε σαν αστείο ως όνομα πιθανού δίσκου –κατ’ αναλογία της όπερας του John Adams Nixon In China(1987)– σε μια συζήτηση του Κωστή Δρυγιανάκη με τον Θανάση Χονδρό και την Αλεξάνδρα Κατσιάνη των Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ. Ορμώμενος από εκεί, λοιπόν, ο Δρυγιανάκης έφτασε στο άλμπουμ Ο Χονδρός Και Η Κατσιάνη Στο Βουνό, το οποίο κυκλοφόρησε το 2006 από την Άλλη Πόλη σε CD-R (παραπάνω βλέπετε το αυθεντικό εξώφυλλο) και επανεκδίδεται τώρα σε βιβλίο/CD από τη REKEM Records, με νέο εξώφυλλο (το κάτωθι) και τα συνοδευτικά κείμενα να παραθέτονται και στα αγγλικά. Δεν ξέρω αν άλλο CD-R έχει γνωρίσει τέτοιες δόξες στην εγχώρια δισκογραφική ιστορία.

Δεν ξέρω επίσης αν έχει γίνει κάτι επίτηδες, ώστε τo λάπτοπ μου να θεωρεί ότι παίζει κάποιο ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ του …Pete Seeger, όταν βάζω το Ο Χονδρός Και Η Κατσιάνη Στο Βουνό. Πάντως το περιεχόμενο είναι ένα και μόνο κομμάτι, διάρκειας 59 λεπτών, το οποίο προέκυψε από αρκετά διαφορετικές διεργασίες, με χρονική διαφορά 4 ετών μεταξύ τους. Το πρώτο παιχνίδι ξεκίνησε το 1994, πάνω σε κατά τύχη ηχογραφημένα στιγμιότυπα με τις φωνές των Χονδρού & Κατσιάνη, στα οποία οι δυο τους πρόσθεσαν μικρά κείμενα ετοιμασμένα επί τούτου. Το δε μουσικό φόντο περιγράφεται εύστοχα από τον Δρυγιανάκη ως «αυτοσχεδιασμοί με μαγνητοφωνημένους ήχους και προγραμματισμούς», στους οποίους πήραν μέρος και φυσικά όργανα: ο Ηρακλής Φαναράκης έπαιξε κρουστά, ο Περικλής Κυπραίος μαντολίνο και ο Βασίλης Σαΐτης τσέλο.

Δεν υπήρχε σαφής στόχος χρήσης τους για το κομμάτι που προέκυψε. Το 1998, αντιθέτως, επικράτησε μια λογική εύρεσης συνδέσεων και συνοχής πάνω στο υπάρχον υλικό, με τον Θοδωρή Ζιούτο να παίζει σημαίνοντα ρόλο στην όλη τακτοποίηση. Για τον ακροατή, ωστόσο, πιο σημαντική είναι μια άλλη παράμετρος, την οποία ο Δρυγιανάκης αποκαλεί «πλιατσικοφωνία». Δεν σχετίζεται βέβαια κάπως με τον τραγουδοποιό Φίλιππο Πλιάτσικα –πρόκειται για την άντληση μουσικών δειγμάτων από την ήδη υπάρχουσα δισκογραφία, πρακτική που παραμένει πολύ γνώριμη στο χιπ χοπ, μα ο πειραματικός χώρος δείχνει να εγκατέλειψε μετά τη δεκαετία του 1990.

>>> Ο Κωστής Δρυγιανάκης όπως τον έπιασε ο φακός του Θάνου Λαΐνα, 5 Μαΐου 2019

Αν και ο Δρυγιανάκης βρίσκεται τελευταία σε φάση στην οποία ξανακοιτάει το παρελθόν (θυμηθείτε και τη φετινή έκδοση του πολύ ωραίου δίσκου Ο Μύθος Του Πενθέα, λεπτομέρειες εδώ), η ιδέα να ξαναβγεί το Ο Χονδρός Και Η Κατσιάνη Στο Βουνό ήταν του Κώστα Κηλύμη. Στο δικό του μάλιστα κείμενο, λέει ότι ο Δρυγιανάκης του αντέτεινε «ποιος ο λόγος;», όταν έγινε η πρόταση. Η τακτοποίηση της διαδρομής του Κηλύμη ως ακροατή πειραματικών ήχων ως το 2006, όταν κι έπεσε πάνω στην πρώτη έκδοση του άλμπουμ, δίνει βέβαια πολλούς καλούς λόγους, τους οποίους και παραθέτει γλαφυρά και με πειθώ. Το θεωρεί λίγο-πολύ ένα κλασικό έργο.

Προσωπικά, δεν συντονίζομαι με την οπτική του. Το επίθετο «κλασικό» πέφτει νομίζω υπερβολικά βαρύ, καθώς τόσο ο Δρυγιανάκης, όσο και οι Χονδρός & Κατσιάνη έχουν καταθέσει και καλύτερα πράγματα, τα οποία έκαναν πιο επιτυχημένα μακροβούτια στα βαθιά της πειραματικής έκφρασης. Αναγνωρίζω ωστόσο την αξία του παρόντος δίσκου για τη μνήμη της εγχώριας πειραματικής κοινότητας –είναι μια συνεργασία κορυφής, για τα δεδομένα της, η οποία αναδεικνύει μια πολύ ενδιαφέρουσα διακλάδωση– αλλά και την αυταξία του, ως απόπειρα αντανάκλασης και αιρετικής αντιστροφής του κόσμου της σύγχρονης όπερας, όπως αυτός εκτέθηκε σε έργα αναφοράς του αμερικάνικου μινιμαλισμού.

Υπάρχουν μερικά εξαιρετικά σημεία σε αυτά τα 59 λεπτά, με το γαλλικής λογικής concrète του Δρυγιανάκη να αποκτά πλουραλισμό καθώς βρίσκεται σε ανορθόδοξες συμπλεύσεις με τις μουσικές του Ti Frère και των Joy Division, όσο το ελλειπτικό, σουρεαλιστικό χιούμορ των Χονδρού & Κατσιάνη δημιουργεί την αίσθηση ότι ανεβαίνουμε μαζί τους σε κάποιο Βουνό σαν κι εκείνο του Alejandro Jodorowsky, με τα field recordings των τζιτζικιών να καθιστούν την εμπειρία σχεδόν αληθοφανή. Σε άλλα όμως σημεία η αίσθηση αυτή θολώνει· το κολάζ δείχνει λιγάκι στοιχειώδες και τα λεγόμενα ηχούν υπέρ το δέον αποσπασματικά, ώστε να διατηρήσουν την απαραίτητη κόψη στο επιχειρούμενο παιχνίδι.

Ο ίδιος ο Δρυγιανάκης γράφει ότι θεωρεί το φινάλε του κομματιού βεβιασμένο, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι μπορούσε να βγει κάτι καλύτερο αν είχε εμπλέξει σε αυτό και ζωντανούς μουσικούς, δίπλα στα χρησιμοποιούμενα samples. Όμως στα δικά μου αυτιά ηχεί μεγαλειώδες, προσφέροντας στο έργο μια εκρηκτική κατάληξη, έτσι όπως πέφτουν οι Psychotic Waltz πάνω στη δημοτική φλογέρα του Αριστείδη Βασιλάρη με τον Χονδρό να υπερίπταται διονυσιακά ανακράζοντας «Δεν περιμένω τίποτα! Είμαι βουνό, είμαι βουνό!». Στην κατάληξη μας περιμένει όντως η Αλήθεια, όμως δίχως οδηγίες χρήσης –επιστρέφοντάς μας, νοερά, στο Βουνό του Jodorowsky.

Είναι λοιπόν μια καλοδεχούμενη επανέκδοση αυτή, γιατί και το ίδιο το υλικό διατηρεί την επικαιρότητά του (επαναφέροντας μάλιστα κι ένα στοιχείο έκπληξης μέσω των samples, που λείπει από τη σύγχρονη πειραματική παραγωγή), αλλά και γιατί τα συνοδευτικά κείμενα βάζουν σε ένα πλαίσιο τη γενικότερη δράση που το έθρεψε. Είτε με την ακαδημαϊκή καταγραφή της Αρετής Λεοπούλου, η οποία –παρά τη στεγνότητα της γραφής– φωτίζει δράσεις σαν τις Εκδόσεις Τσάμπα ή το Μπιτόνι, είτε με τη βιωματική αναπόληση του Κώστα Κηλύμη, ο οποίος αναδεικνύει τον αντίκτυπο των παλαιότερων ζυμώσεων στους νεότερους που επάνδρωσαν την εγχώρια κοινότητα των πειραματιστών, είτε με τη ζωντανή γραφή του Δρυγιανάκη. Η οποία δείχνει πόσο σύμφυτη με την καθημερινή ζωή των δημιουργών είναι η ηχητική πραγματικότητα που εκθέτουν, δημιουργώντας περαιτέρω πεδία στη φαντασία μας καθώς περιγράφει τη καρμπονάρα με προσιούτο και «σχεδόν τζατζίκι» της Αλεξάνδρας Κατσιάνη και τα φασόλια του Θανάση Χονδρού με το μαρτίνι και το μέλι.

 


Για την ιστορία, παραθέτουμε εδώ και δυο παρουσιάσεις του 2006

Μία είναι η παρουσίαση του Φώντα Τρούσα στο περιοδικό Jazz & Τζαζ, τ. 164, 2006

trousas vouno.jpg


Η άλλη είναι η παρουσίαση του Κώστα Καρδερίνη στο σάιτ Mic, το 2006, η οποία εκ παραδρομής δεν μνημονεύεται στο ένθετο της επανέκδοσης.

Κωστής Δρυγιανάκης:

Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο βουνό

Άλλη Πόλη, 2006

Ο χρόνος μοιάζει να μην το ‘χει αγγίξει. Πρώτο σχεδίασμα το 1994, τελική εκδοχή το 1998. Το γεγονός ότι μεταδόθηκε από το δημοτικό ράδιο του Βόλου δείχνει ίσως κάποια απόσταση χωροχρονική από τον “πολιτισμό” του σήμερα. Ειδικά στην Θεσσαλονίκη, δε νομίζω πως θα έβρισκε ώρα μετάδοσης, ούτε καν στη ζώνη “γερμανικό νούμερο” ήτοι 2 με 4 το πρωί. Ο Γιώργος Τούλας κάνει πικρό σχόλιο στην Παράλλαξη για “Τα τελειωμένα ραδιόφωνα αυτής της πόλης. Μοντέρνα και παλιά”. Αλλά και για τους ανθρώπους που τα επανδρώνουν είναι απόλυτος: “Παραγωγοί που ανοίγουν το στόμα τους για να αεριστούν με στιλ. Πλήξη.”

Και στην Αθήνα το ίδιο πρόβλημα θα είχε το παρόν συμπαγές αβανγκάρντ πόνημα λόγω της 59 λεπτών διάρκειάς του. Που να βρεις “χορηγό” και πώς να κάνεις διάλειμμα για τζινγκλάκια, σποτάκια και έτερα μπαλάκια; Τι να πει ο παρουσιαστής του; Αν επρόκειτο για τον Philip Glass και την όπερα “Einstein on the Beach” [παρουσιάστηκε στην Αβινιόν το 1976 και κυκλοφόρησε σε τριπλό cd το 1993], ε τότε θα ‘θελε να το παίξει όλο κι ας είναι διάρκειας 3 ωρών και 20 λεπτών. Αν πάλι είχε στα χέρια του την επίσης τρίπρακτη όπερα “Nixon in China” του John Coolidge Adams [γραμμένη μεταξύ 1985 και ’87, κυκλοφόρησε σε 3cd το 1990 και αναφέρεται στη συνάντηση Νίξον-Μάο το 1972] πάλι κάτι θα μπορούσε να γίνει σε μια ειδική εκπομπή.

Εδώ όμως; Ποιος είν’ αυτός ο Δρυγιανάκης; Κάτι πήρε το μάτι του σε κάποιο Δίφωνο αλλά πολύ μουσικοεθνοκουλτούρα του φάνηκε. Τι είναι Οπτική Μουσική; Και τι είναι ηλεκτρακουστική σύνθεση; Κι αυτό το Improv Club 2:13 τι καπνό φουμάρει και τι ρυθμό βαράει; Που να τα ψάχνεις τώρα όλ’ αυτά!!! Αν είχε τουλάχιστον έναν πιασάρικο τίτλο το σιντί, φερ’ ειπείν “Ο Μητσοτάκης στα Τρίκαλα” ή “Ο Κωστάκης στο μνημόσυνο του Ανδρέα”, τότε μάλιστα. Θα το ‘παιζε και θα ‘λεγε κι ένα τραγούδι απ’ τη χαρά του που το ανακάλυψε αυτός πρώτος [λέμε τώρα]. Εδώ όμως; Κολλήσαμε στο εδώ.

Το μόνο που του ‘ρχεται πρόχειρο στο νου, είναι εκείνο που έλεγε ένας άλλος Φιλιππας, ο Νικολάου: γιατί δεν πάμε στα βουνά αφού δεν πάει η τρέλα, μα έλα που το θέλουμε το άτιμο μα έλα!!!

… βρήκαμε την αλήθεια, αλλά… χωρίς οδηγίες χρήσεως; Τι να την κάνουμε χωρίς manual;

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s