Χριστός γεννάται, δοξάσατε – “Christ is born, give ye glory”

xristos gennatai do3asate

Πριν είκοσι χρόνια, τις τελευταίες μέρες του 1998, κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Χριστός γεννάται, δοξάσατε”, σε περιορισμένης ποσότητας ψηφιακό δίσκο οικιακής κατασκευής. Μπορείτε να το κατεβάσετε από τον παρακάτω σύνδεσμο, μαζί με το εισαγωγικό σημείωμα επικαιροποιημένο στα αγγλικά.

Some twenty years ago, in the  last days of 1998, the album “Christos gennatai, doxasate” (“Christ is born, give ye glory”) was released as a limited quantity home-made CD. It is available for download from the link below, including translations and an updated small preface in English.

Κατέβασμα – Download



A new LP just came out. It’s a split LP, an initiative by Lambros Zafeiropoulos (who did the λ-side). I did the κ-side. Lambros and me we are working in a pretty similar manner; collaborators include Orfeas Kappa (clarinet), Agapi Zarda (trumpet), Evangelos Kyrantzoglou (guitar), Marilena Petridou (percussion), Amalia Pierrou (percussion, voice), Christos Kaltis (bass), Nicole Forlida (accordion), Spyros Charmanis (feedbacking), Olya Gluschenko (recordings, kitchen), Nikolai Gluschenko (recordings, voice), Zhenya Kuznetsov (voice), Chrysanthi Diakogianni (lullaby), Dawn Stevens (voice). The LP has been mastered by Christoph Grote-Beverborg (D&M) and pressed and printed at R.A.N.D. Muzik in 180gr vinyl. It is the official first release of the new label Hxoi Kato Apo to Spiti! (Including sound samples)

Last times have been toooooo productive! 🙂

Μόλις κυκλοφόρησε ένα νέο βινύλιο. Είναι ένα “σπλιτ” που έγινε με πρωτοβουλία του Λάμπρου Ζαφειρόπουλου (που έκανε την όψη λ, ενώ εγώ έκανα την όψη κ). Με τον Λάμπρο δουλεύουμε με αρκετά παρόμοιους τρόπους, ενώ στον δίσκο συνεργάστηκαν οι Ορφέας Κάππα (κλαρίνο), Αγάπη Ζάρδα (τρομπέτα), Ευάγγελος Κυραντζόγλου (κιθάρα), Σπύρος Χαμάνης (ανάδραση), Χρήστος Καλτής (μπάσσο), Μαριλένα Πετρίδου (κρουστά), Αμαλία Πιέρρου (κρουστά, φωνή), Όλια Γκλούσενκο (ηχογραφήσεις, κουζίνα), Νικολάι Γκλούσενκο (ηχογραφήσεις, φωνή), Ζένια Κουζνετσόβ (φωνή), Ντων Στήβενς (φωνή), Χρυσάνθη Διακογιάννη (νανούρισμα). Ο ήχος προσαρμόστηκε για το βινύλιο από τον Κριστόφ Γκρότε-Μπεβερμποργκ (Δ&Μ, Βερολίνο) και τυπώθηκε στο εργοστάσιο Ρ.Α.Ν.Δ. στη Λειψία σε βινύλιο 180 γραμμαρίων. Είναι η επίσημη πρώτη έκδοση της νέας εταιρείας Ήχοι Κάτω Από Το Σπίτι! 🙂 Δείγμα ήχου ΕΔΩ

Οι τελευταίοι καιροί παραήταν παραγωγικοί …. 🙂

Bandcamp page (with sound and merchandise)


And some reviews (sorry, no translations)
Και μερικές κριτικές (συγνώμη, χωρίς μετάφραση)

Frans de Waard in Vital Weekly:


Let’s hope some of this can be read, when it is send out, as I copied the Greek title straight of the bandcamp page from the label of which the name means something like ‘sounds under the house’, and the ‘κ’ stands for ‘in-between’ and is composed by Drygianakis and ‘λ’ stands for ‘Nocturno’ and is composed by Zafeiropoulos. I don’t believe I heard of him before, but I surely know Drygianakis, of whose group Optical Musics I recently reviewed a double CD (see Vital Weekly 1079). I started with his side, which is a piece for a small orchestra involving a bunch of people on voice, bass, balafon, percussion, electronics, trumpet and there is even credit for ‘kitchen’, as played by Olya Gluschenko. Drygianakis has the credit for ‘everything else’, by which I think he means mixing, editing and guiding directions on how to perform this piece of music. The music has an interesting non-directive feel to it. It flows by but in a totally odd way. I can imagine all of the sounds recorded on a multi-track machine, with individual players not necessarily knowing what the others are doing and with Drygianakis acting as a conductor in the end moulding and melting this together into a swirl of modern classical music, but at the same time sounding improvised and like experimental rock music, and making a very refined piece of music.

Zafeiropoulos’ side is also played by a group of people, albeit a bit smaller and perhaps a bit more conventional, with clarinet, guitar, trumpet, accordion, lullaby and feedback. Zafeiropoulos had guitar lessons, but preferred the drums. He was a member of Adrasteia, Persona Non Grata and Inner Sleeve, all in the Greek city of Volos, where he’s from. It’s there where he also did his field recording that is the start of this composition, which is, compared to Drygianakis’ piece a much more straightforward piece of improvised playing. The clarinet plays an important role and later on the guitar appears, partly on distortion and everything is a repeat on a repeat mission, playing the same thing over and over again, only gradually making changes, building towards a crescendo in the middle, and then taking all of that apart again later on ending on the street where it all started. Not bad, but perhaps a bit too simplistic I thought. Compared to the more mysterious side by Drygianakis this was a walk in the park (well, the streets then), and the other was more a nocturnal piece at a haunted house, come to think of it.



Ο Φώντας Τρούσας στο Δισκορυχείον

ΛΑΜΠΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ – ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΥΓΙΑΝΑΚΗΣ split LP με ηλεκτρονικά και άλλα στοιχεία

Το «λ/κ» [Hxoi Kato Apo To Spiti, 2017] είναι ένα split LP, το οποίο ανήκει, ανά πλευρά, σε δύο πειραματιστές. Στον νεότερο Λάμπρο Ζαφειρόπουλο (η πλευρά λ) και στον παλαιότερο Κωστή Δρυγιανάκη (η πλευρά κ). Το άλμπουμ, που περιέχει και ένθετο, είναι κομμένο σε 330 αντίτυπα και είναι τυπωμένο σε βινύλιο 180 γραμμαρίων. Πρόκειται, δηλαδή, για μια στιβαρή έκδοση, που περιέχει το ίδιο στιβαρές και δυναμικές μουσικές, με προφίλ όχι κατ’ ανάγκην εικονοκλαστικό και «δύσκολο».

Η πλευρά του Ζαφειρόπουλου είναι ένα track. Ένα track, που αποδίδεται από συγκρότημα –έστω και άτυπο και ανεξαρτήτως αν βρέθηκαν ή όχι όλοι οι μουσικοί να ηχογραφούν μαζί– αφού εδώ ακούμε τρομπέτα, κλαρίνο, κιθάρα, ακορντεόν, feedbacks από το Σπύρο Χαρμάνη, φωνές (ένα νανούρισμα στο τέλος) και βεβαίως «όλα τα υπόλοιπα» από τον ίδιο τον Ζαφειρόπουλο (στα «υπόλοιπα» να βάλουμε οπωσδήποτε τα ηλεκτρονικά, τη διαχείριση των field recordings, την επεξεργασία τους και ό,τι άλλο…). Το άκουσμα έχει ενδιαφέρον, που ξεπερνάει τα όρια τού… σκληρού πειραματισμού, καθώς δεν είναι αυτοαναφορικό και ανατροφοδοτούμενο, διαθέτοντας σαφή αφηγηματικά στοιχεία – που μπορεί να μη «λένε» κάποια συγκεκριμένη ιστορία, έχουν όμως μια ροή, η οποία παρακολουθείται με άνεση. Θα μπορούσε να μιλήσει κάποιος, ίσως πιο πεζά, για ένα είδος πειραματικού rock, με στοιχεία jazz, ηλεκτρονικά, kraut,
ambient κ.λπ., καθώς η σύνθεση του Ζαφειρόπουλου δεν φείδεται τέτοιων προσανατολισμών. Απεναντίας, όσο κυλάει στο χρόνο, αυτό το experimental rock εγώ-θα-το-πω άκουσμα, αποκτά ακόμη πιο σαφή χαρακτηριστικά, χωρίς ποτέ να απομακρύνεται από τον υπαινιγμό και το πείραμα.

Στην περίπτωση του Δρυγιανάκη τώρα (πλευρά κ) τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά, χωρίς πάντως να έχουμε και κάτι τελείως διαφορετικό ως «πνεύμα» (είπαμε “split”, αλλά θα πρέπει να τηρούνται και κάποια minimum όρια κι ένα αρχικό πλαίσιο, που, εδώ, τηρούνται και-με-το-παραπάνω). Εξάλλου, είναι κι εκείνο που αναφέρει ο ίδιος ο Δρυγιανάκης στο ένθετο… πως ό,τι ακούμε «δημιουργήθηκε στο διάστημα από τον Νοέμβρη του 2016 έως τον Γενάρη του 2017 εμπνευσμένο από την δουλειά του Λάμπρου Ζαφειρόπουλου». Έτσι κι εδώ ο Δρυγιανάκης έχει τη στήριξη μιας ομάδας, την οποίαν αποτελούν πρόσωπα που χειρίζονται ηχογραφήσεις (υπάρχει προηχογραφημένο υλικό δηλαδή), «κανονικοί» μουσικοί που παίζουν τρομπέτα, μπάσο, μπάλαφον και κρουστά, ο ίδιος ο Ζαφειρόπουλος συμμετέχει στα ηλεκτρονικά, με τον Δρυγιανάκη να «διευθύνει» και να είναι υπεύθυνος για όλα τα υπόλοιπα. Έτσι λοιπόν η πλευρά «κ» μπορεί να μην έχει τη «ροκ αντίληψη» τής «λ», διατηρεί όμως κι εκείνη, στην αρχή της, ένα έντονο αλλά abstract ηλεκτρονικό κλίμα, το οποίο χαμηλώνει στην πορεία, καθώς θόρυβοι, φωνές και άλλες συμβολές αποκτούν «ίσα δικαιώματα». Κάπου το μπάσο του Καλτή (συνεργάτης του Δρυγιανάκη από τα χρόνια της Οπτικής Μουσικής), κάπου μια «επικίνδυνη ηρεμία», κάπου η τρομπέτα της Ζάρδα… όλα προετοιμάζουν το τελευταίο, ας το πούμε έτσι, μέρος του «κ», που έχει ανεβασμένο volume, διατηρώντας μια συνεχή ηλεκτρονική (ή και κάπως ηλεκτροστατική) ροή, που «σπάει» από φωνές, ήχους (ραδιόφωνα) και άλλους διάφορους θορύβους. Άκουσμα, που συμπληρώνει σε κάθε περίπτωση την ηχοθήκη του βολιώτη πειραματιστή.



Ο Xάρης Συμβουλίδης στο Avopolis

Ενδιαφέρουσες ζυμώσεις με πειραματικό χαρακτήρα, σε έναν δίσκο-συγκατοίκηση ικανό να ανατρέψει τα δεδομένα με τα οποία τον πλησιάζεις…

Βαθμολογία | 7

Σε πρώτο πλάνο, το κ/λ είναι μια συγκατοίκηση που ανατρέπει τα δεδομέναμε τα οποία την πλησιάζεις: ενώ ξέρεις καλά το κ της υπόθεσης –τον πολυπράγμωνα Κωστή Δρυγιανάκη– κινητήριος μοχλός αναδεικνύεται το λ της όλης ιστορίας, ο νεότερος δηλαδή και όχι ανάλογα γνωστός Λάμπρος Ζαφειρόπουλος.
Όχι μόνο είναι δική του η πρωτοβουλία αυτού του δίσκου (που κυκλοφορεί σε 330 αντίτυπα βινυλίου 180 γραμμαρίων), βρίσκουμε επιπλέον και τον Δρυγιανάκη να εμπνέεται από το έργο του για τα όσα σκαρώνει στην πλευρά που του αναλογεί. Aπό την άλλη, βέβαια, και ο Ζαφειρόπουλος φιλοτεχνεί την έτερη πλευρά του άλμπουμ υπό τη δημιουργική καθοδήγηση του Δρυγιανάκη και του Σπύρου Χαρμάνη (ο οποίος συμμετέχει στην ηχογράφηση και ως μουσικός, προσφέροντας το feedback που ακούμε).
Σε δεύτερο πλάνο, έχουμε εδώ ένα split album με κάμποσες ενδιαφέρουσες «γωνιές». Μια δουλειά ουσιώδους πειραματισμού ιδιαιτέρως χρήσιμη σε μια δισκογραφική εποχή κατά την οποία ο ευρύτερος χώρος που προσδιορίζεται έτσι τείνει να χάσει το μέτρο του, μπουρδουκλωμένος σε πλειάδα εκδόσεων που αναπαράγουν ευκολίες ή που δεν έχουν στ’ αλήθεια κάτι να πουν.
Η πλευρά του Δρυγιανάκη τιτλοφορείται «Inbetween» και ξεκινά με ήχους υποβλητικούς, μυστηριώδεις: αν αφεθείς, νομίζεις ότι ακούς το λιτό soundtrack ταινίας επιστημονικής φαντασίας, όπου κάποιο αστρόπλοιο κινείται αργά στη βουβή απεραντοσύνη του Διαστήματος.
Στη συνέχεια βέβαια αλλάζουν τα πρόσωπα και οι διαθέσεις και η γνώριμη αισθητική του Βολιώτη δημιουργού γίνεται πιο φανερή, ειδικά στη χρήση της ανθρώπινης φωνής, που μπαίνει έτσι ώστε να φαίνεται σαν ραδιάκι το οποίο παίζει χαμηλά κάπου στο βάθος. Ένα ιδιαίτερο σημείο είναι εκείνο όπου αναδύεται από το φόντο η τρομπέτα της Αγάπης Ζάρδα, άξια προσοχής είναι όμως και η πραγματικά ξεχωριστή χροιά την οποία δίνει το μπαλαφόν της Ζένια Κουζνετσόφ· πρέπει επίσης να σημειωθεί και η συμμετοχή του ίδιου του Ζαφειρόπουλου στα ηλεκτρονικά. Έχουμε γενικά έναν διαφοροποιημένο Δρυγιανάκη σε σύγκριση με όσα ξέρουμε, απόδειξη ότι μπήκε πράγματι στον κόπο για έναν διάλογο με το έργο του Ζαφειρόπουλου.Ο Ζαφειρόπουλος δουλεύει κατά τρόπο ανάλογο του Δρυγιανάκη, κοιτάζει όμως προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Στη δική του πλευρά («Nocturno») έχουμε ένα πόνημα επεξεργασμένο στο στούντιο, μα βασισμένο σε ηχογράφηση πεδίου (field recording) σε μια ταράτσα στο κέντρο του Βόλου –από τις 4.23 ως τις 5.01 το πρωί της 29ης Ιουλίου 2015, όπως σημειώνεται. Σε υποδέχεται ο καταπραϋντικός ήχος από ένα τριζόνι, το τρι/τρι του οποίου σπάει από το πέρασμα ενός μηχανοκίνητου οχήματος· ανάμεσα σε αυτά, αρχίζει να αναδύεται και το κλαρίνο του Ορφέα Κάππα, για να σβήσουν όλα στη συνέχεια και να ηχήσει σόλο, πριν μπουν και τα υπόλοιπα όργανα σιγά-σιγά στον χορό: η τρομπέτα της Ζάρδα, η κιθάρα του Ευάγγελου Κυρατζόγλου, το ακορντεόν της Νικολέτας Φορλίδα.
Σε σύγκριση με την πλευρά του Δρυγιανάκη, η πλευρά του Ζαφειρόπουλου δείχνει πιο «τακτοποιημένη», όπως και βασισμένη σε πιο «συνηθισμένα», άρα και πιο οικεία, όργανα: το κλαρίνο που προαναφέραμε, λ.χ., διαθέτει κεντρικό ρόλο, τον οποίον και επιτελεί άψογα. Ίσως λοιπόν σε κάποιους βαθιά χωμένους στον πειραματισμό να φανεί «εύκολη» ή έστω λιγότερο μυστηριώδης, αν και δεν πρέπει νομίζω να χαθεί από την όλη εικόνα η αβίαστη προσβασιμότητα που τη διακρίνει.
Σε κάθε περίπτωση, και παρά τους βίους παράλληλους, η τελική εντύπωση είναι αυτή των δύο όψεων του ίδιου νομίσματος: λίγος Δρυγιανάκης παρείσφρυσε στον Ζαφειρόπουλο, λίγος Ζαφειρόπουλος μετατόπισε κατά τι τη δρυγιανάκια τροχιά, ο ακροατής μένει σίγουρα ευχαριστημένος από τις ζυμώσεις.



Interview by Vittore Baroni for the Italian magazine Blow UP.

Titolo di esordio in vinile a tiratura limitata dell’etichetta Hxoi Kato Apo To Spiti è uno split album e al tempo stesso una collaborazione tra i due compositori e musicisti greci Costis Drygianakis (vedi Optical Musics, BU #230-231) e Lambros Zafeiropoulos, che si coadiuvano reciprocamentenelle registrazioni effettuate con piccoli ensemble elettro-acustici. La κ-side Inbetween firmata da Drygianakis è un rarefatto studio in crepuscolare minimalismo ambient, con sofisticate trame di aerei drone elettronici, sommesse lamentazioni di tromba e voci sporcate da interferenze radio e coaguli percussivi, in ammirevole equilibrio tra compostezza “classica” e sperimentazione dalle radici avant-rock-industrial. La λ-side Nocturno, composta da Zafeiropoulos, è invece una pièce di libera improvvisazione di stampo più convenzionale, con ben discernibili i contributi di chitarra distorta, clarinetto, synth e altri strumenti solisti, avviluppati in pigri crescendo e in una trasognata condizione di prolungata attesa. (7)

baroni k-l





Music for Vanta Mavroeidi’s exhibition

vanta 2My music for Vanta Mavroeidi‘s exhibition in Volos, April 10th to April 28th, 2017, is available for download from the link below (one hour of sound in 320kbps mp3, approximately 144 Mb). It also includes fragments from other works that have been published already or are about to be published soon. There will be no publication of the exhibition music on physical media.

Η μουσική μου για την έκθεση της Βάντας Μαυροειδή στο Βόλο, 10 – 28 Απριλίου 2017, είναι διαθέσιμη για κατέβασμα από τον παρακάτω σύνδεσμο (μια ώρα ηχητικού υλικού σε 320kbps mp3, περίπου 144 Mb). Περιλαμβάνει και αποσπάσματα από άλλες δουλειές που έχουν ήδη εκδοθεί ή επίκειται να εκδοθούν σύντομα. Δεν θα υπάρξει κυκλοφορία της μουσικής της έκθεσης σε υλικό μέσο.

Mediafire link/σύνδεσμος

Optical Musics: The First Words


ENGL prota logia cover square plus

Optical Musics:  
The First Words (Recordings 1984 – 1987)

 Costis Drygianakis:
The Stone which the Builders Rejected

bringing the recordings of the 1980’s back to the surface

press release

In the period from mid-1984 to mid-1987, Costis Drygianakis and his friends, gathered round the name Optical Musics, regularly produced recordings; the ones considered the most advanced formed the album Optical Musics Volume 1, published in 1987, while some others were recycled later in Costis Drygianakis’ solo albums, in the last years before the Millennium. Most of these recordings were works-in-progress rather than finalized pieces, open to a possible reworking; a possibility which, at that time, was confronted in a lukewarm manner, mainly due to the inadequacy of technical means. Most of the old recordings were just left aside. The list of contributors included, in alphabetical order, Takis Agrigiannis, Kostas Anestis, Yiannis Argyropoulos, Thanassis Chondros & Alexandra Katsiani, Christos Kaltis, Alexis Karavergos, Kostas Kostopoulos, Kostas Pandopoulos, Eleni Varouxi and Nikos Xirakis, some of which had already then an independent, distinctive presence in discography.

Costis Drygianakis started working on a compilation of such recordings in 1999, but through successive postponements the idea was practically abandoned, to be revived in the last years and to find its way to the audience in March 2017, thirty whole years after the realization of the recordings themselves and their first discographic appearance.

The new edition has the title Optical Musics: The First Words (Recordings 1984 – 1987), it is a collaborative publication by the labels Hxoi Kato Apo To Spiti, More Mars and Noise-below and consists of a 64-page book (Greek and English versions) and two CD’s. It includes 27 recordings of that era, practically unedited, along with pictures and notes by almost all the participants, aiming to form a testimony about the things that happened, in the way they did happen at those times, but also about the trace they leave on memory, after the passing of three decades.

Along with this publication, Costis Drygianakis attempts and the opposite approach to this material which was, this way or that, intended for further processing; in the piece The Stone which the Builders Rejected, published as a cassette tape by the label Noise-below, he reconstructs a number of “underestimated and mislaid” such old recordings, employing them as raw material, without any intention to stay faithful to the historic narration. Thus, he creates a new piece, where the old shapes are assembled together in a new architecture, taking advantage of the possibilities of the digital media.

More information can be found in the following sites:



Οπτική Μουσική: Τα πρώτα λόγια

prota-logia-cover-squareΟπτική Μουσική:
Τα πρώτα λόγια (Ηχογραφήσεις 1984 – 1987)

Κωστής Δρυγιανάκης:
ν πεδοκίμασαν ο οκοδομοντες

φέρνοντας στην επιφάνεια ηχογραφήσεις της δεκαετίας του 1980

δελτίο τύπου

Την περίοδο από τα μέσα του 1984 ως τα μέσα του 1987, ο Κωστής Δρυγιανάκης και οι φίλοι του, συναθροισμένοι γύρω από το όνομα Οπτική Μουσική, έκαναν συστηματικά ηχογραφήσεις· όσες κρίθηκαν τότε ως πλέον τελειοποιημένες κατέληξαν στον δίσκο Οπτική Μουσική Τόμος 1, που κυκλοφόρησε το 1987, ενώ μερικές άλλες ανακυκλώθηκαν σε προσωπικούς δίσκους του Δρυγιανάκη στα χρόνια πριν την αλλαγή της χιλιετίας. Οι περισσότερες από αυτές τις ηχογραφήσεις αποτελούσαν μάλλον υλικό-σε-εξέλιξη παρά τελειοποιημένα κομμάτια, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας εκ νέου προσέγγισης τους, ενδεχόμενο που την εποχή εκείνη τους αντιμετωπίστηκε μάλλον χλιαρά, λόγω της ανεπάρκειας των διαθέσιμων τεχνικών μέσων. Έτσι, οι περισσότερες από αυτές έμειναν στο ράφι. Η λίστα των συμμετεχόντων περιελάμβανε, με αλφαβητική σειρά, τους Τάκη Αγριγιάννη, Κώστα Ανέστη, Γιάννη Αργυρόπουλο, Ελένη Βαρουξή, Χρήστο Καλτή, Αλέξη Καραβέργο, Κώστα Κωστόπουλο, Νίκο Ξηράκη, Κώστα Παντόπουλο και Θανάση Χονδρό – Αλεξάνδρα Κατσιάνη, αρκετοί από τους οποίους είχαν ήδη από τότε διακριτή, αυτόνομη παρουσία στο δισκογραφικό χώρο.

Ο Κωστής Δρυγιανάκης άρχισε να δουλεύει πάνω στην πιθανή έκδοση μιας ανθολογίας από αυτές τις ηχογραφήσεις το 1999, μια ιδέα που μέσα από αλλεπάλληλες αναβολές πρακτικά εγκαταλείφθηκε, για να αναζωπυρωθεί τα τελευταία χρόνια και να βρει επιτέλους τον δρόμο προς το ακροατήριο τον Μάρτιο του 2017, τριάντα και πλέον χρόνια από την εποχή της πραγματοποίησης των ηχογραφήσεων και την πρώτη δισκογραφική παραγωγή.

Η τωρινή έκδοση έχει τον τίτλο Οπτική Μουσική: Τα πρώτα λόγια (Ηχογραφήσεις 1984 – 1987), κυκλοφορεί από τις εταιρείες Hxoi Kato Apo To Spiti, More Mars και Noise-below και αποτελείται από ένα βιβλίο 64 σελίδων (ελληνική και αγγλική εκδοχή) και δυο δίσκους ακτίνας. Περιέχει 27 ηχογραφήσεις της εποχής εκείνης, ουσιαστικά ακατέργαστες, μαζί με σημειώματα σχεδόν όλων εκείνων που συμμετείχαν στις ηχογραφήσεις, φιλοδοξώντας έτσι να αποτελέσει μια μαρτυρία για τα πράγματα που συνέβησαν όπως συνέβησαν εκείνα τα χρόνια αλλά και το ίχνος που αφήνουν στη μνήμη μετά την πάροδο μιας τριακονταετίας.

Παράλληλα με αυτή την έκδοση, ο Κωστής Δρυγιανάκης επιχειρεί και την αντίθετη προσέγγιση του υλικού που, ούτως ή άλλως, προοριζόταν για περαιτέρω επεξεργασία· στο κομμάτι Λίθον, ν πεδοκίμασαν ο οκοδομοντες που κυκλοφορεί σε κασέτα από την Noise-below, ανασυνθέτει μια σειρά από “υποτιμημένες και παραπεταμένες” τέτοιες παλιές ηχογραφήσεις, αξιοποιώντας τες σαν πρωτογενές υλικό, χωρίς να προσπαθεί να μείνει πιστός στην ιστορική αφήγηση. Δημιουργεί έτσι ένα νέο κομμάτι, όπου τα παλιά χρώματα συνδέονται μεταξύ τους σε μια νέα αρχιτεκτονική, με χρήση των δυνατοτήτων ανασύνθεσης που δίνουν οι σημερινές τεχνολογίες.

Περισσότερες πληροφορίες στις σχετικές ιστοσελίδες:



And some reviews

Ο Φώντας Τρούσας στο διαδικτυακό Δισκορυχείον.


ΟΠΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ηχογραφήσεις 1984-1987

Να πούμε, κατ’ αρχάς, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια έκδοση κόσμημα. Και τούτο το λέμε όχι για να υπερθεματίσουμε έναντι του εικαστικού μέρους, αλλά για να διακρίνουμε πάνω απ’ όλα την ουσία. «Τα Πρώτα Λόγια» [Hxoi Kato Apo To Spiti/ MoreMars/ Noise-below, 2017] είναι βασικά ένα βιβλίο κάπως τετράγωνου σχήματος και εξήντα τεσσάρων άψογα τυπωμένων σελίδων, στα εξώφυλλα του οποίου (μπρος-πίσω) είναι τοποθετημένα τα δύο CD του σχήματος Οπτική Μουσική (που είχε για έδρα τον Βόλο). Το περιεχόμενό τους; Εντυπωσιακό. Ο Κωστής Δρυγιανάκης (που βρίσκεται πίσω από κάθε τι, που αφορά στην Οπτική Μουσική) καταγράφει με πάθος τις ιστορικές μέρες της μπάντας (1984-1987), δίνοντας συνεχείς λεπτομέρειες για κάθε στιγμή εκείνης της διαδρομής, σκύβοντας με σεβασμό σε πρόσωπα (συνεργάτες του) και καταστάσεις. Αυτό το κείμενο, που διαβάζεται, εννοείται και σαν ημερολόγιο, είναι, θα έλεγα, εξ ίσου σημαντικό με τις εγγραφές του σχήματος – με το «νέο», σε κάθε περίπτωση, που κόμιζαν εκείνη την περίοδο οι συγκεκριμένες δραστηριότητες στη δική μας πραγματικότητα.

Σε τι συνίστατο το «νέο»; Στον εκδημοκρατισμό της μουσικής πράξης. Στο γεγονός πως μουσικοί, μη μουσικοί ή λιγότερο μουσικοί (με την ακαδημαϊκή έννοια) θα μπορούσε να συμμετάσχουν επί ίσοις όροις στην ηχητική διαδικασία, παράγοντας μετρήσιμα αποτελέσματα.

Το ζήτημα το είχε περιγράψει σαφώς ο David Toop στο βιβλίο του «Ωκεανός του Ήχου/ Αιθέριες συνομιλίες, περιβαλλοντικοί ήχοι & φανταστικοί κόσμοι» [οξ υ, Αθήνα 1998] μιλώντας για τις περιπτώσεις των AMM, MEV (Musica Elettronica Viva), αλλά και γενικότερα:

«Για τους αμερικανούς μαύρους αυτοσχεδιαστές(…) και περίπου την ίδια εποχή για τους Ευρωπαίους και λευκούς Αμερικανούς αντίστοιχούς τους, όπως οι AMM, οι Musica Elettronica Viva(…) η μερική απομάκρυνση από τα κύρια μουσικά όργανα των συναυλιών jazz και κλασικής μουσικής ήταν μια πράξη πολιτική όσο και μουσική. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και στη χωρίς ψευδαισθήσεις δεκαετία του ’70 μικρά μουσικά όργανα και μη-όργανα (ραδιόφωνα τσέπης, μικρόφωνα επαφής που ενίσχυαν ανεπαίσθητους ήχους που προέρχονταν από τραπέζια, γενειάδες, τρίφτες τυριού κ.λπ.), γίνονταν σύμβολα της προσπάθειας να εκδημοκρατιστεί η μουσική, να επιτραπεί η πρόσβαση σε ανειδίκευτους μουσικούς (συμπεριλαμβανομένων και παιδιών) να παραχθεί ήχος από τα όργανα, αντί αυτά να υποτάσσονται σε συστήματα, να επιτραπεί να συμβούν στη μουσική τυχαία γεγονότα και να δημιουργηθεί μια αίσθηση συλλογικά οργανωμένης κοινότητας, ως προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης από τον ψυχρό επαγγελματισμό, ειδικότερα από το starsystem, το οποίο επηρέασε τους καλλιτέχνες τόσο της jazz όσο και της κλασικής μουσικής».

Στο ίδιο μήκος κύματος ο έλληνας συνθέτης της πρωτοπορίας Γιάννης Χρήστου σημείωνε:

«Μουσικοί και μη μουσικοί, ηθοποιοί και μη ηθοποιοί, χορευτές και άνθρωποι απλοί. Ένας οποιοσδήποτε απ’ αυτούς ή και όλοι τους μπορούν να εκτελέσουν κάποια χειρονομία, να περάσουν σε κάποια δράση, να κινηθούν είτε σχηματίζοντας μια μορφή, όπως σε κάποιο χορό, είτε έξω από τη μορφή, όπως σε μια κατάσταση της καθημερινής ζωής. Ένας οποιοσδήποτε ή και όλοι τους μπορούν να παίξουν όργανα μουσικά και μη – απλά αντικείμενα που τα χτυπούν μ’ ένα είδος μπαγκέτας ή το ένα με το άλλο ή και τα χρησιμοποιούν διαφορετικά για να βγάλουν τον ήχο τους, ή ακόμη περίπλοκες ηλεκτρονικές συσκευές που επεξεργάζονται ήχους ζωντανούς ή playback, παράγοντας εφέ υπολογισμένα από πριν ή τυχαία: ήχους που είναι μουσικοί ή concrete ή αναπαράγουν τους συνηθισμένους ήχους της καθημερινής ζωής. Ένας οποιοσδήποτε ή και όλοι τους μπορούν να παίζουν μέσα στα πλαίσια της κατηγορίας όπου ανήκουν (πράξη) λ.χ. ένας βιολιστής που παίζει βιολί ή έξω από τα πλαίσια της κατηγορίας αυτής (μετάπραξη) λ.χ.  ένας βιολιστής που ουρλιάζει».

[από το βιβλίο της Anna-Martine Lucciano «Γιάννης Χρήστου» Βιβλιοσυνεργατική, Αθήνα 1987]

Πάνω σ’ αυτές τις βάσεις στηρίζονται ο Κωστής Δρυγιανάκης και οι φίλοι του (Γιάννης Αργυρόπουλος, Τάκης Αγριγιάννης, Αλέξης Καραβέργος, Κώστας Παντόπουλος, Κώστας Κωστόπουλος, Νίκος Ξηράκης, Κώστας Ανέστης, Ελένη Βαρουξή, Χρήστος Καλτής, Θανάσης Χονδρός), προκειμένου να δημιουργήσουν το… ρεπερτόριο της Οπτικής Μουσικής, χρησιμοποιώντας ιδιότροπα όργανα ή μη όργανα (ελεφαντάκια, γραφείο, κρεβάτι, γείωση, παιδικά πνευστά, συρτάρι, μπουκάλια, σπίρτα, μπαλόνι, σταχτοδοχείο…), μαζί με συμβατικά βεβαίως (πιάνο, κιθάρα, συνθεσάιζερ, μπάσο, φλογέρα…). Το αποτέλεσμα, έτσι όπως καταγράφεται στα δύο CD, είναι εκείνο που αναμένει ο καθείς.

Μια μουσική ρέουσα, απρογραμμάτιστη στις λεπτομέρειές της, πολλάκις και στην ουσία της, ζωντανή, πάλλουσα, γεμάτη με απροσδόκητα και εκπλήξεις και, συγκριτικά, πολύ καλά ηχογραφημένη – αν αναλογιστούμε τις συνθήκες και τις προδιαγραφές των χώρων της εποχής. Μουσική, που δεν θα την χαρακτήριζα δύσκολη για το μέσο και κάπως υποψιασμένο αυτί, που γειτνιάζει άλλοτε με τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό, άλλοτε με τον πιο οργανωμένο, άλλοτε με τη σύνθεση και άλλοτε μ’ έναν συνδυασμό όλων αυτών στα μακριά σχετικά στο χρόνο tracks(στο πρώτο CD κυμαίνονται χοντρικά από τα πέντε έως δέκα λεπτά). Όποιος έχει υπόψη του τον «Τόμο 1» της Οπτικής Μουσικής είναι σίγουρο πως θα ενθουσιαστεί με την ποιότητα και την προσφορά των κομματιών, ενώ θα εκπλαγεί και από την αισθητική αρτιότητα συνθέσεων όπως η έσχατη (από το πρώτο CD) «Πόνος μνησιπήμων», με το σύνθι του Κωστή Δρυγιανάκη και το μπάσο του Κώστα Παντόπουλου να αναπλάθουν γενναία cosmic περιβάλλοντα.

Και καθώς προχωράμε στο χρόνο, μπαίνοντας στο δεύτερο CD, που περιλαμβάνει εγγραφές τής διετίας 1986-87, της τελευταίας eighties-εποχής της Οπτικής Μουσικής, αλλάζει προς το πιο… χειροπιαστό και ολοκληρωμένο και η λειτουργία-παραγωγή του γκρουπ – με τα ακόμη πιο απαιτητικά tracks να διαδέχονται το ένα το άλλο («Καταμετρήσεις χάους», «Ένα γράμμα που δεν έφυγε ποτέ», «Ο άγνωστος πεδιομάχης», «Ο κόκκινος κύκλος» κ.λπ.).

Αυτή η φάση, που είναι διαφορετική από εκείνη της πρώτης εποχής, έρχεται να καταγραφεί με τον πιο απαιτητικό και ουσιωδώς διεισδυτικό τρόπο, παρά τις όποιες μικρές τεχνικές ατέλειες (το ξαναλέω, για να μην το ξεχνάμε, πως πρόκειται για ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις, επιμελημένες φυσικά, που έγιναν σε πρόβες και αίθουσες, καταγραμμένες κυρίως σε κασέτες), δείχνοντας πως η Οπτική Μουσική ήταν ένα δημιουργικό σχήμα εν εξελίξει (πάντα με κινητήριο παράγοντα τον Κωστή Δρυγιανάκη), που διέκοψε τη δραστηριότητά του την πιο κρίσιμη, για ’κείνο, στιγμή.

Ειδική (και καλώς!) και βεβαίως εξαιρετικής σημασίας έκδοση, που περικλείει κάτι σημαντικό από την ιστορία του δικού μας (πειραματικού) χώρου.