Chondros and Katsiani on the Mountain

5, 22 1874 cut

Το κομμάτι Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό παρουσιάστηκε πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1998 στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Βόλου. Εκδόθηκε σε δίσκο ακτίνας, σε πολύ περιορισμένα αντίτυπα το 2006 από την Άλλη Πόλη, και τώρα φτάνει σε μια δεύτερη έκδοση, που μάλλον είναι η οριστική, χάρη στη φροντίδα των δίσκων Rekem,  με δίγλωσο βιβλιαράκι 48 σελίδων (ελληνκά – αγγλικά).

The piece Chondros and Katsiani on the Mountain was aired for the first time in summer 1998 by Volos Municipal Radio. It was published as a very limited edition CD in 2006 by Alli Poli, and here it is in a second edition, most probably the definite one, thanks to the care of Rekem records, with a 48 page bilingual booklet (Greek and English)

IMG_3043b

Η αρχική έκδοση του 2006
The original 2006 edition


 

 

on 

An interesting reissue (originally pressed in 1998) from Greek experimental artist Costis Drygianakis. which originally started as a joke about Nixon in China. And I am so glad this hasn’t been lost to time or region, as this is my fresh introduction to a spellbinding hour-long work over two decades old. Drygianakis incorporates voices (in Greek), violin, over a melancholic wavering drone that transcends the years in which it was made. It creaks and throbs with imaginative, fleeting dis/harmonies but never comes off coarse or too noisy. It’s like the aftermath of something at first.


Long before he established his name as senior statesman in the Greek experimental music scene, Costis Drygianakis met with two thirds of the group Dimosioypalliliko Retire (see Rekem 10) to produce this moving yet humble radio “opera”. Tip-toeing on absurdity based on the improvised libretto (the edition comes with translations of both lyrics and newly commissioned texts), Drygianakis produced here one of his definitive works, based on irreverence and boundless spirit.


Embedded there are folk underpinnings, the music of the people, interspersed with peculiar percussion and sudden instrumental riffs. In a fleeting moment you might find yourself in an ancient castle, the next in embarking into a game of sci-fi laser tag. The cosmic references are strokes of genius, as are many of the unlikely turns (a piano interlude, castanet techno, and a multitude of tiny percussive elements like torn paper and the sort). This is at its best when its most abstract  as he’s developed a very physical mix that stops and starts back up at regular frequency. High pitch tones mix with thriller synths and a rollercoaster cavalcade of frequencies. This is one that will make an eager active listener out of a serious slacker as it tell its tale, as deformed as it is. And that is just it, form, and Drygianakis’ abridgement and tinkering with what it is, and can be. At one point it literally sounds if he sawing away, pun likely intended.

As wild as this ride is …on the Mountain it has just as many junctures of rumination. There are silences that lead to handclaps or short synth flourishes as if starting an artwork completely from scratch more than two-thirds the way through. No stone is left untouched in terms of style, there is an all-in-one approach, there is even a dreamlike hip-hop riff, followed by dark alleyway footsteps. The only real expectation in rolling with the unpredictable. It’s the magic of the edit, and the tension building mood swings that are musical (tribal, classical, native) in between and embedded into the larger freeform musique concrète patterns.


Frans de Waard for Vital Weekly, 11.6.2019

Very hot on the heels of ‘The Pentheus Myth’, an unreleased old work by Kostas Pandopoulos & Costis Drygianakis (Vital Weekly 1184), there is now a re-issue of the latter’s work ‘Chondros And Katsiani On The Mountain’, which he composed in 1998 and which was broadcasted by Greek radio back then. It was released in 2006 by Alli Poli but now is due for a re-issue. I had no idea who Thanasis Chondros and Alexandra Katsiani were, but thanks to the extensive booklet, I realized they were Dim. Retire, of whom, so I think, I reviewed a CD when Vital was a fanzine on paper. Thanks to the extensive text in the booklet here, I know they were artists, with a Fluxus background and already a bit older. They knew, in the early 80’s Costis Drygianakis, and when John Adams completed his opera ‘Nixon In China’, they saw a line from ‘Einstein On The Beach’and suggested that Costis would do an opera about the then leader of the conservative party, ‘Mitsotakis In Trikala’. The idea stuck, but instead, Costis started to use voice bits from Chondros and Katsiani, also teachers and performers and during two separate periods of four years he composed this radiophonic drama. For the music end, Drygianakis plays all the instruments himself and these include percussion, piano and lots of electronic sounds; found sounds as well as those plundered from other people’s records. Joy Division’s ‘Substance’ is mentioned but not detected by these ears, nor did I hear Emerson, Lake & Palmer. I understand from the booklet that all of this was made tongue in cheek, the parody of aforementioned operas, and that shows through ‘text and music’, which is not something I can say happens. Maybe I am just playing this all in a serious state of mind, too seriously maybe, and enjoying the strange, one hour long sound collage of improvised music passages, mixed with a sequenced beat and some hand manipulated objects. There are also the occasional spoken words, in Greek, and even with the translation at hand, I am not sure about the humour. But whatever, so I was thinking, I enjoyed it purely on its merits, and that was the radiophonic work and Drygianakis did a great job there. It moves back and forth between all sorts of sceneries, textures and moods and it is very pleasant work, even if something is lost in translation, due time and context.


Ο Φώντας Τρούσας στο Δισκορυχείον, 2.7.2019

ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΥΓΙΑΝΑΚΗΣ ο Χονδρός και η Κατσιάνη (ξανά) στο βουνό

«Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό» [REKEM Records, 2019] είναι ένα πειραματικό άλμπουμ του Κωστή Δρυγιανάκη, που είχε κυκλοφορήσει σε CD-R για πρώτη φορά, τον Ιούνιο του 2006, από την Άλλη Πόλη – το label που διαχειρίζονταν οι Θανάσης Χονδρός και Αλεξάνδρα Κατσιάνη, αμφότεροι γνωστοί μέσω του σχήματος Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ, αλλά και από τις πιο προσωπικές δουλειές τους (παραστάσεις, happenings κ.λπ.). Και αυτό είναι ένα αρχικό περίεργο. Να επανακυκλοφορεί δηλαδή σε CD, έστω και με τη μορφή δίγλωσσου 48σέλιδου βιβλίου, ένα άλμπουμ σχετικώς καινούριο (ιστορίας δεκατριών χρόνων). Θέλω να πω πως επανακυκλοφορίες CD-άλμπουμ σε δίσκους βινυλίου είναι κάτι μάλλον αναμενόμενο (και συμβαίνει), αλλά επανατυπώσεις παλαιών CDs, ξανά σε CD δεν είναι κάτι που συμβαίνει τόσο συχνά πια. Όμως αυτό δεν αποτελεί «θέμα» σώνει και καλά, γιατί και το compact disc έχει «ψωμί» ακόμη σαν μέσο υλικής μεταφοράς της μουσικής και δεν θα πρέπει να το υποτιμάμε (υπερτιμώντας σώνει και καλά το βινύλιο και εσχάτως την κασέτα). Αντιλαμβάνομαι, με άλλα λόγια, την ανάγκη να κυκλοφορούν ακόμη μουσικές σε compact discs, όπως αντιλαμβάνομαι κι αυτή την κάπως αδιόρατη ανάγκη να κυκλοφορούν και επανεκδόσεις (σε CD) άλμπουμ, που είχαν πρωτοβγεί σε compact disc και όχι σε βινύλιο. Ας το έχουμε κι αυτό κατά νου, κι ας μην είναι τόσο ουσιαστικό, ως παρατήρηση, πριν πάμε παρακάτω…

Για ’κείνη την πρώτη έκδοση τού «Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό» είχα γράψει ένα κείμενο στο περιοδικό Jazz & Τζαζ, το 2006, στο τεύχος 164, τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς (και όχι στο τεύχος 146, όπως αναγράφεται στο booklet – ευχαριστώ τον Κωστή Δρυγιανάκη για την αναφορά) επιχειρώντας, τότε, να τοποθετήσω το «Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό» μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον της ελληνικής (μουσικής) πραγματικότητας, με αναφορές και στο Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ και στην Οπτική Μουσική (και σε κάποια ακόμη ονόματα), μια «πραγματικότητα», που τότε ήταν λίαν περιορισμένη και υπόγεια. Δεν είχε, εννοώ, την παρουσία και την έκταση στα μουσικά μας πράγματα, που έχουν σήμερα οι συγκεκριμένοι ήχοι. Κι αν αυτό ήταν κάπως έτσι το 2006, σκεφτείτε πως ήταν στη δεκαετία του ’80 – όταν είχαν ξεκινήσει το ταξίδι τους το Δημ. Ρετιρέ και η Οπτική Μουσική. Διανύθηκε, θέλω να πω, μεγάλο διάστημα την τελευταία 15ετία χοντρικώς, και αυτό μόνον ως θετικό θα μπορούσε να λογισθεί.

Δεν είναι περίεργο λοιπόν το γεγονός, ούτε και πρωτόφαντο, να έρχονται οι νεότεροι, εν προκειμένω ο πειραματιστής Κωστής Κηλύμης, επιζητώντας την επαναφορά στο τώρα εκείνων των παλαιότερων εγγραφών – και γιατί ακόμη «στέκονται» και-με-το-παραπάνω, σαν αισθητικά γεγονότα, αλλά και γιατί, δια των επανεκδόσεων, ξεκαθαρίζεται και γράφεται ακόμη πιο σωστά και διεξοδικότερα η ιστορία. Κοντολογίς… δεν ξεχνάμε.

Εκείνο το παλαιό άρθρο στο Jazz & Τζαζ ξεκινούσε μ’ ένα κείμενο των Χονδρού-Κατσιάνη, που υπήρχε στο οπισθόφυλλο τού τότεCD-R και αυτό το κείμενο (που υπάρχει και στο τωρινό booklet, μέσες-άκρες) έχει νόημα να αναπαραχθεί, σ’ ένα μέρος του κι εδώ.

«Άρχισε ως αστείο. Το 1990 αγοράσαμε το άλμπουμ “Ο Νίξον στην Κίνα” του Τζ. Άνταμς, ενώ είχαμε ήδη το άλμπουμ “OΑϊνστάιν στην Παραλία” του Φ. Γκλας και προτείναμε στον Κωστή να δημιουργήσει ένα έργο με τίτλο “Ο Μητσοτάκης στα Τρίκαλα”. Είχαμε ξεχάσει πια αυτή την κουβέντα, όταν το 1994 ο Κωστής μάς παρουσίασε, αντί για τον Μητσοτάκη, την πρώτη εκδοχή του έργου “Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό”. Είχε χρησιμοποιηθεί ως υλικό αποσπάσματα από παλιές ηχογραφήσεις των φωνών μας. Στην τελική μορφή του το έργο έφτασε το 1998, οπότε και μεταδόθηκε από τον δημοτικό ραδιοσταθμό του Βόλου.(…)».

Στις νέες σημειώσεις ο Δρυγιανάκης γράφει πολλά και διάφορα σε σχέση με το πώς προέκυψε το συγκεκριμένο άλμπουμ, συμπληρώνοντας το προηγούμενο κείμενο (των Χονδρού-Κατσιάνη) με νέες λεπτομέρειες που έχουν, βεβαίως, τη σημασία τους. Το επιστέγασμα; Στο έργο ακούγονται κείμενα με τις φωνές των Χονδρού-Κατσιάνη και ακόμη προϋπάρχουσες ηχογραφήσεις και ηλεκτρονικά (Κωστής Δρυγιανάκης), κρουστά (Ηρακλής Φαναράκης), μαντολίνο (Περικλής Κυπραίος), τσέλο (Βασίλης Σαΐτης), ενώ την τελική τεχνική επεξεργασία είχε ο Θοδωρής Ζιούτος. Επίσης ακούγονται samples από δίσκους των EmersonLake & Palmer, Mozart, Joy Division, Kid Ory κ.ά.

Κι όπως είχαμε γράψει σ’ εκείνο το κείμενο του 2006:

Και σ’ αυτό το άλμπουμ ο βολιώτης μουσικός παρουσιάζει τον δικό του προσωπικό τρόπο μέσω του οποίου αντιλαμβάνεται τον ηχητικό αυθορμητισμό, μία συνισταμένη φυσικών και τεχνητών σπαραγμάτων, αναπτυγμένη σε μεγάλη φόρμα. Οι φωνές (των Χονδρού-Κατσιάνη) και οι μουσικοί ήχοι συμπλέουν σ’ ένα ακαθόριστο ταξίδι, στόχος του οποίου, κατά το κοινώς λεγόμενο, δεν είναι το τέλος της διαδρομής (συνήθως σε τέτοια πειράματα το «τέλος» απλώς δεν υφίσταται), αλλά η εξέλιξή της. Ο Δρυγιανάκης συν-θέτης με ευρύτητα γνώσεων και ακουσμάτων(…) επιτυγχάνει εκεί όπου δεν είναι πάντα εύκολο να επιτύχουν άλλοι συνοδοιπόροι του. Την «έκπληξη» την οποία συνεπάγεται η άπλα των επιλογών του – η κλασική concrète αισθητική της γαλλικής σχολής ενώνεται με το rock, τις danceδομές, τον ambient ηλεκτρονισμό, την space electronic… ακόμη και με τα δημοτικά ηχοχρώματα. Το αποτέλεσμα έχει μια παράξενη ορμή και ομορφιά, κρατώντας το ενδιαφέρον του ακροατή μέχρι το τέλος.

Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε συγκεκριμένα patterns της εξελικτικής μουσικής του Δρυγιανάκη στο «Βουνό», όπως π.χ. στον συνδυασμό φωνητικού και οργανικού δεδομένου(…), αν ο ίδιος ο συν-θέτης δεν ανακαλούσε κάθε ώρα και στιγμή, εκείνο το οποίο με κόπο ξεπετάγεται μέσα από έναν άστατο ηφαιστειακό κλυδωνισμό.

Ακμαία μουσική, πέρα από το χρόνο…

Στην νέα έκδοση της REKEM, που είναι άψογη από αισθητικής πλευράς, διαβάζεις κείμενα για την πορεία του ντούο Θανάσης Χονδρός – Αλεξάνδρα Κατσιάνη (Αρετή Λεοπούλου), γι’ αυτή καθ’ αυτή την εγγραφή (Κωστής Δρυγιανάκης), για την… ηχητική ορειβασία (Θανάσης Χονδρός – Αλεξάνδρα Κατσιάνη), όπως και για την… επιστροφή στο Βουνό (Κωστής Κηλύμης).

Το CD, φακελωμένο εκεί στο τέλος, είναι το επόμενο βήμα…


Ο Χάρης Συμβουλίδης στο Avopolis , 25.7.2019

Ένα CD-R του 2006 που παραλίγο θα λεγόταν «Ο Μητσοτάκης στα Τρίκαλα» επανεκδίδεται σε βιβλίο/CD μετά βαΐων και κλάδων, φωτίζοντας ευκρινέστερα το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε η εγχώρια πειραματική σκηνή σε προηγούμενες δεκαετίες, αλλά και τον αντίκτυπο της δράσης της σε όσους έμελλε να πάρουν τη σκυτάλη…

Η ολοκλήρωση της θητείας της κυβέρνησης του Ξενοφώντα Ζολώτα τον Απρίλιο του 1990 –η οποία έμεινε στην ιστορία ως Οικουμενική– οδήγησε τη χώρα μας σε εκλογές, τις οποίες κέρδισε μια άλλη Νέα Δημοκρατία από εκείνη που ήξερε μέχρι πρότινος ο λαός «που δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά», έχοντας αρχηγό τον κάποτε Κεντρώο, πλέον Νεοφιλελεύθερο (όπως αυτοπροσδιοριζόταν, από τη Μεταπολίτευση και πέρα) Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Σε αντίθεση ωστόσο με τον γιο του Κυριάκο, ο οποίος έγινε αυτοδύναμος Πρωθυπουργός στη δική μας χρονική/εκλογική συγκυρία, ο Μητσοτάκης Πατήρ έμεινε τότε στους 150 βουλευτές και χρειάστηκε τη μοναδική έδρα που απέμεινε στη Δημοκρατική Ανανέωση του Κωστή Στεφανόπουλου, ώστε να μπορέσει να κυβερνήσει.

Οι κατά τα λοιπά ξεχασμένες εκείνες εκλογές, είχαν κι άλλες ενδιαφέρουσες ιστορίες (τη συνέχεια της πολιτικής εκπροσώπησης της οικολογίας στην ελληνική Βουλή, αλλά και την εκ νέου είσοδο των συνασπισμένων πολιτικά Μουσουλμάνων της Θράκης), όμως η πλέον ιντριγκαδόρικη δεν γράφτηκε τελικά ποτέ: ο τίτλος Ο Μητσοτάκης Στα Τρίκαλα έπεσε σαν αστείο ως όνομα πιθανού δίσκου –κατ’ αναλογία της όπερας του John Adams Nixon In China(1987)– σε μια συζήτηση του Κωστή Δρυγιανάκη με τον Θανάση Χονδρό και την Αλεξάνδρα Κατσιάνη των Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ. Ορμώμενος από εκεί, λοιπόν, ο Δρυγιανάκης έφτασε στο άλμπουμ Ο Χονδρός Και Η Κατσιάνη Στο Βουνό, το οποίο κυκλοφόρησε το 2006 από την Άλλη Πόλη σε CD-R (παραπάνω βλέπετε το αυθεντικό εξώφυλλο) και επανεκδίδεται τώρα σε βιβλίο/CD από τη REKEM Records, με νέο εξώφυλλο (το κάτωθι) και τα συνοδευτικά κείμενα να παραθέτονται και στα αγγλικά. Δεν ξέρω αν άλλο CD-R έχει γνωρίσει τέτοιες δόξες στην εγχώρια δισκογραφική ιστορία.

Δεν ξέρω επίσης αν έχει γίνει κάτι επίτηδες, ώστε τo λάπτοπ μου να θεωρεί ότι παίζει κάποιο ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ του …Pete Seeger, όταν βάζω το Ο Χονδρός Και Η Κατσιάνη Στο Βουνό. Πάντως το περιεχόμενο είναι ένα και μόνο κομμάτι, διάρκειας 59 λεπτών, το οποίο προέκυψε από αρκετά διαφορετικές διεργασίες, με χρονική διαφορά 4 ετών μεταξύ τους. Το πρώτο παιχνίδι ξεκίνησε το 1994, πάνω σε κατά τύχη ηχογραφημένα στιγμιότυπα με τις φωνές των Χονδρού & Κατσιάνη, στα οποία οι δυο τους πρόσθεσαν μικρά κείμενα ετοιμασμένα επί τούτου. Το δε μουσικό φόντο περιγράφεται εύστοχα από τον Δρυγιανάκη ως «αυτοσχεδιασμοί με μαγνητοφωνημένους ήχους και προγραμματισμούς», στους οποίους πήραν μέρος και φυσικά όργανα: ο Ηρακλής Φαναράκης έπαιξε κρουστά, ο Περικλής Κυπραίος μαντολίνο και ο Βασίλης Σαΐτης τσέλο.

Δεν υπήρχε σαφής στόχος χρήσης τους για το κομμάτι που προέκυψε. Το 1998, αντιθέτως, επικράτησε μια λογική εύρεσης συνδέσεων και συνοχής πάνω στο υπάρχον υλικό, με τον Θοδωρή Ζιούτο να παίζει σημαίνοντα ρόλο στην όλη τακτοποίηση. Για τον ακροατή, ωστόσο, πιο σημαντική είναι μια άλλη παράμετρος, την οποία ο Δρυγιανάκης αποκαλεί «πλιατσικοφωνία». Δεν σχετίζεται βέβαια κάπως με τον τραγουδοποιό Φίλιππο Πλιάτσικα –πρόκειται για την άντληση μουσικών δειγμάτων από την ήδη υπάρχουσα δισκογραφία, πρακτική που παραμένει πολύ γνώριμη στο χιπ χοπ, μα ο πειραματικός χώρος δείχνει να εγκατέλειψε μετά τη δεκαετία του 1990.

>>> Ο Κωστής Δρυγιανάκης όπως τον έπιασε ο φακός του Θάνου Λαΐνα, 5 Μαΐου 2019

Αν και ο Δρυγιανάκης βρίσκεται τελευταία σε φάση στην οποία ξανακοιτάει το παρελθόν (θυμηθείτε και τη φετινή έκδοση του πολύ ωραίου δίσκου Ο Μύθος Του Πενθέα, λεπτομέρειες εδώ), η ιδέα να ξαναβγεί το Ο Χονδρός Και Η Κατσιάνη Στο Βουνό ήταν του Κώστα Κηλύμη. Στο δικό του μάλιστα κείμενο, λέει ότι ο Δρυγιανάκης του αντέτεινε «ποιος ο λόγος;», όταν έγινε η πρόταση. Η τακτοποίηση της διαδρομής του Κηλύμη ως ακροατή πειραματικών ήχων ως το 2006, όταν κι έπεσε πάνω στην πρώτη έκδοση του άλμπουμ, δίνει βέβαια πολλούς καλούς λόγους, τους οποίους και παραθέτει γλαφυρά και με πειθώ. Το θεωρεί λίγο-πολύ ένα κλασικό έργο.

Προσωπικά, δεν συντονίζομαι με την οπτική του. Το επίθετο «κλασικό» πέφτει νομίζω υπερβολικά βαρύ, καθώς τόσο ο Δρυγιανάκης, όσο και οι Χονδρός & Κατσιάνη έχουν καταθέσει και καλύτερα πράγματα, τα οποία έκαναν πιο επιτυχημένα μακροβούτια στα βαθιά της πειραματικής έκφρασης. Αναγνωρίζω ωστόσο την αξία του παρόντος δίσκου για τη μνήμη της εγχώριας πειραματικής κοινότητας –είναι μια συνεργασία κορυφής, για τα δεδομένα της, η οποία αναδεικνύει μια πολύ ενδιαφέρουσα διακλάδωση– αλλά και την αυταξία του, ως απόπειρα αντανάκλασης και αιρετικής αντιστροφής του κόσμου της σύγχρονης όπερας, όπως αυτός εκτέθηκε σε έργα αναφοράς του αμερικάνικου μινιμαλισμού.

Υπάρχουν μερικά εξαιρετικά σημεία σε αυτά τα 59 λεπτά, με το γαλλικής λογικής concrète του Δρυγιανάκη να αποκτά πλουραλισμό καθώς βρίσκεται σε ανορθόδοξες συμπλεύσεις με τις μουσικές του Ti Frère και των Joy Division, όσο το ελλειπτικό, σουρεαλιστικό χιούμορ των Χονδρού & Κατσιάνη δημιουργεί την αίσθηση ότι ανεβαίνουμε μαζί τους σε κάποιο Βουνό σαν κι εκείνο του Alejandro Jodorowsky, με τα field recordings των τζιτζικιών να καθιστούν την εμπειρία σχεδόν αληθοφανή. Σε άλλα όμως σημεία η αίσθηση αυτή θολώνει· το κολάζ δείχνει λιγάκι στοιχειώδες και τα λεγόμενα ηχούν υπέρ το δέον αποσπασματικά, ώστε να διατηρήσουν την απαραίτητη κόψη στο επιχειρούμενο παιχνίδι.

Ο ίδιος ο Δρυγιανάκης γράφει ότι θεωρεί το φινάλε του κομματιού βεβιασμένο, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι μπορούσε να βγει κάτι καλύτερο αν είχε εμπλέξει σε αυτό και ζωντανούς μουσικούς, δίπλα στα χρησιμοποιούμενα samples. Όμως στα δικά μου αυτιά ηχεί μεγαλειώδες, προσφέροντας στο έργο μια εκρηκτική κατάληξη, έτσι όπως πέφτουν οι Psychotic Waltz πάνω στη δημοτική φλογέρα του Αριστείδη Βασιλάρη με τον Χονδρό να υπερίπταται διονυσιακά ανακράζοντας «Δεν περιμένω τίποτα! Είμαι βουνό, είμαι βουνό!». Στην κατάληξη μας περιμένει όντως η Αλήθεια, όμως δίχως οδηγίες χρήσης –επιστρέφοντάς μας, νοερά, στο Βουνό του Jodorowsky.

Είναι λοιπόν μια καλοδεχούμενη επανέκδοση αυτή, γιατί και το ίδιο το υλικό διατηρεί την επικαιρότητά του (επαναφέροντας μάλιστα κι ένα στοιχείο έκπληξης μέσω των samples, που λείπει από τη σύγχρονη πειραματική παραγωγή), αλλά και γιατί τα συνοδευτικά κείμενα βάζουν σε ένα πλαίσιο τη γενικότερη δράση που το έθρεψε. Είτε με την ακαδημαϊκή καταγραφή της Αρετής Λεοπούλου, η οποία –παρά τη στεγνότητα της γραφής– φωτίζει δράσεις σαν τις Εκδόσεις Τσάμπα ή το Μπιτόνι, είτε με τη βιωματική αναπόληση του Κώστα Κηλύμη, ο οποίος αναδεικνύει τον αντίκτυπο των παλαιότερων ζυμώσεων στους νεότερους που επάνδρωσαν την εγχώρια κοινότητα των πειραματιστών, είτε με τη ζωντανή γραφή του Δρυγιανάκη. Η οποία δείχνει πόσο σύμφυτη με την καθημερινή ζωή των δημιουργών είναι η ηχητική πραγματικότητα που εκθέτουν, δημιουργώντας περαιτέρω πεδία στη φαντασία μας καθώς περιγράφει τη καρμπονάρα με προσιούτο και «σχεδόν τζατζίκι» της Αλεξάνδρας Κατσιάνη και τα φασόλια του Θανάση Χονδρού με το μαρτίνι και το μέλι.

 


Για την ιστορία, παραθέτουμε εδώ και δυο παρουσιάσεις του 2006

Μία είναι η παρουσίαση του Φώντα Τρούσα στο περιοδικό Jazz & Τζαζ, τ. 164, 2006

trousas vouno.jpg


Η άλλη είναι η παρουσίαση του Κώστα Καρδερίνη στο σάιτ Mic, το 2006, η οποία εκ παραδρομής δεν μνημονεύεται στο ένθετο της επανέκδοσης.

Κωστής Δρυγιανάκης:

Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο βουνό

Άλλη Πόλη, 2006

Ο χρόνος μοιάζει να μην το ‘χει αγγίξει. Πρώτο σχεδίασμα το 1994, τελική εκδοχή το 1998. Το γεγονός ότι μεταδόθηκε από το δημοτικό ράδιο του Βόλου δείχνει ίσως κάποια απόσταση χωροχρονική από τον “πολιτισμό” του σήμερα. Ειδικά στην Θεσσαλονίκη, δε νομίζω πως θα έβρισκε ώρα μετάδοσης, ούτε καν στη ζώνη “γερμανικό νούμερο” ήτοι 2 με 4 το πρωί. Ο Γιώργος Τούλας κάνει πικρό σχόλιο στην Παράλλαξη για “Τα τελειωμένα ραδιόφωνα αυτής της πόλης. Μοντέρνα και παλιά”. Αλλά και για τους ανθρώπους που τα επανδρώνουν είναι απόλυτος: “Παραγωγοί που ανοίγουν το στόμα τους για να αεριστούν με στιλ. Πλήξη.”

Και στην Αθήνα το ίδιο πρόβλημα θα είχε το παρόν συμπαγές αβανγκάρντ πόνημα λόγω της 59 λεπτών διάρκειάς του. Που να βρεις “χορηγό” και πώς να κάνεις διάλειμμα για τζινγκλάκια, σποτάκια και έτερα μπαλάκια; Τι να πει ο παρουσιαστής του; Αν επρόκειτο για τον Philip Glass και την όπερα “Einstein on the Beach” [παρουσιάστηκε στην Αβινιόν το 1976 και κυκλοφόρησε σε τριπλό cd το 1993], ε τότε θα ‘θελε να το παίξει όλο κι ας είναι διάρκειας 3 ωρών και 20 λεπτών. Αν πάλι είχε στα χέρια του την επίσης τρίπρακτη όπερα “Nixon in China” του John Coolidge Adams [γραμμένη μεταξύ 1985 και ’87, κυκλοφόρησε σε 3cd το 1990 και αναφέρεται στη συνάντηση Νίξον-Μάο το 1972] πάλι κάτι θα μπορούσε να γίνει σε μια ειδική εκπομπή.

Εδώ όμως; Ποιος είν’ αυτός ο Δρυγιανάκης; Κάτι πήρε το μάτι του σε κάποιο Δίφωνο αλλά πολύ μουσικοεθνοκουλτούρα του φάνηκε. Τι είναι Οπτική Μουσική; Και τι είναι ηλεκτρακουστική σύνθεση; Κι αυτό το Improv Club 2:13 τι καπνό φουμάρει και τι ρυθμό βαράει; Που να τα ψάχνεις τώρα όλ’ αυτά!!! Αν είχε τουλάχιστον έναν πιασάρικο τίτλο το σιντί, φερ’ ειπείν “Ο Μητσοτάκης στα Τρίκαλα” ή “Ο Κωστάκης στο μνημόσυνο του Ανδρέα”, τότε μάλιστα. Θα το ‘παιζε και θα ‘λεγε κι ένα τραγούδι απ’ τη χαρά του που το ανακάλυψε αυτός πρώτος [λέμε τώρα]. Εδώ όμως; Κολλήσαμε στο εδώ.

Το μόνο που του ‘ρχεται πρόχειρο στο νου, είναι εκείνο που έλεγε ένας άλλος Φιλιππας, ο Νικολάου: γιατί δεν πάμε στα βουνά αφού δεν πάει η τρέλα, μα έλα που το θέλουμε το άτιμο μα έλα!!!

… βρήκαμε την αλήθεια, αλλά… χωρίς οδηγίες χρήσεως; Τι να την κάνουμε χωρίς manual;

 

Advertisements

Optical Musics vol. 2

Released 18.5.1994

tomos 2



Ο Νίκος Διαμαντόπουλος στο περιοδικό Audio, 10.1995

audio 13 - 10.1995 cut sm


Frans de Waard for Vital Weekly i. 66

OPTICAL MUSIC – VOLUME 2 (CD by Iamvos)

A CD that opens with traditional Greek music, but that after a minute or so fades in sampled drumming and more traditional instruments. There is stringed instruments and tablas. A voice recites a few lines, alledegly in ‘inuit’. The second piece opens with soft tinkling piano’s and synth lines, almost in new age style. Then after 8 minutes or so, string (guitar?) sounds are added. There is a hugh crescendo after 15 minutes. Hughly reverbeted string sounds open the third track, which turns into the most abstract piece. The final piece opens with a reading of Psalm 103, including church bells with a lot of weird sounds underneath. You may guessed it right: this is a strange album of traditional music (a lot of which were sampled from records, including from countries such as Japan, Tibet, Burundi, China). The religious connotations are not very clear to me. This is a certain trance like thing in this record which is fascinating, and which certainly appeal to those who like, say Rapoon or Zoviet France, even though Optical Music stays in more traditional terrain.

Thoughispeakwiththetongues …

Released 12.11.1999

cover

 

EAN

… ως δελτίο τύπου

Ζεστό ανοιξιάτικο μεσημέρι –μέσα Μαϊου- θα μπορούσε, μπουμπούκιασμα αλλά και λάβα καθώς τα ραδιόφωνα ανιχνεύουν το τυχαίο (και ένας κόσμος πνιγμένος από τις τεχνολογικές του κατακτήσεις αποτελεί απλά μια από τις πολλές πιθανότητες). Απέναντι είναι η θάλασσα (το απόγευμα μπλε, τη νύχτα μαύρη) αλλά το συρτάρι είναι γεμάτο παληές φωτογραφίες (και ίσως παληές κασέτες). Φωνές που ξανάρχονται. Ανάλογα τι γυρεύεις – είναι πολύ όμορφα αυτά τα χωριουδάκια αλλά είναι δύσκολο να τα πάρεις μαζί σου για το χειμώνα.

Στη γωνιά του δρόμου, αποχαιρετισμός μέσα στο πολύχρωμο πλήθος. «Λίγα τα λόγια σου, σ’ ένα χαρτάκι, προχειρογραμμένα». Πόσες φορές η ομορφιά εξελίσσεται σε επικοινωνιακό κώδικα; Καμιά φορά ένα δεξί χέρι περισσεύει, όμως σπάνια καταφέρνουμε να εκφράσουμε τις ευχαριστίες μας σε καταστάσεις που μας καταπιέζουν, αδιάφοροι απέναντι στις δυνατότητες της πίεσης να μετατραπεί σε έργο. Όσο για τη σχέση της θερμοκρασίας και της θερμότητας, πολλές σελίδες θα μπορούσαν να γραφτούν (σε ένα ωραίο βιβλίο με τίτλο «Η θερμοδυναμική της καθημερινής ζωής»).

«Στραμένες προς τη μουσική, οι λέξεις μοιάζουν δίκοπα μαχαίρια» γράφει ο πιανίστας Ηerbert Henck, προλογίζοντας συνθέσεις του John Cage. Τα ζωγραφισμένα παντελόνια λειτουργούν ως ποντικοπαγίδες – και ο ρόλος μιας παγίδας δεν είναι ερωτικός, κι ας μοιάζει καμιά φορά. Λίγο πριν νυχτώσει, κλείνουμε την πόρτα μη μας ξεφύγουν οι τελευταίες ειδήσεις, όμως με τις παλιές εικόνες δε χτίζεται ένας καινούργιος μύθος.

Το ημιτελές είναι κάπως σαν στρόγγυλη πλατεία – αποτελεί εκκίνηση  πολλών δρόμων. Τα κομμάτια αυτά έχουν και ερωτικότητα, όχι μόνον ερωτηματικότητα – ας την ανακαλύψει επιτέλους κάποιος! Και εν τέλει (αν και ντροπή να το ξαναλέμε) υπάρχουν και σοβαρότερα πράγματα από τα ζωγραφισμένα παντελόνια.

Καλή ακρόαση


 

GLOSSAIS ENG

… as a press release

Sunny springtime -middle of May- it could, blossoming but also lava as the radios scout the randomness (and a world drawn by its technological achievements is just one of the many possibilities). Facing the sea (blue in the afternoon, black at night) but the closet is full of old pictures (and maybe old tapes). Returning voices. Depending on what are you seeking – these small villages are very beautiful, but its very difficult to take them with you for the winter.

At the street corner, farewell in the colourful crowd. “Few your words, jotted down on a piece of paper”. How many times beauty develops into a communication code? Sometimes, a right hand is in excess, but rarely we manage to acknowledge to the pressing conditions, indifferent to the possibilities of pressure to become work. As for the relation between temperature and heat, one could write a lot of pages (in a nice book entitled The thermodynamics of everyday life).

”Pointed towards music, words become two-edged swords” mentions the pianist Herbert Henck, presenting works by John Cage. Painted trousers function as mousetraps – and the role of a trap is not erotic, though it seems, sometimes. A little before dusk, we close the door not to miss the latest news, but with the old visions you cannot build a new myth.

The unfinished is somehow like a square – being the beginning of many streets. These pieces are also eroticative, not only interogative – let someone discover it, at last! And finally (though it is a shame to say it again) there are also more serious things than painted trousers.

Enjoy the listening


 

post-optical landscapes

 

Κυκλοφόρησε στις 28.5.1999


μετα-οπτικά τοπία

δελτίο τύπου, 6.1.1999

Κάποιες μέρες έχει λιακάδα, αλλά συχνότερα βρέχει. Στο σπίτι έχει ησυχία, η πόλη όμως είναι γεμάτη ανθρώπους που κάνουν τόσα διαφορετικά πράγματα, σκέφτονται άλλα, μιλούν χωρίς να συνεννοούνται. Όταν μας αποδέχονται, χαιρόμαστε. Η λαμπερή βιτρίνα αντικατοπτρίζει το ανακατωμένο πλήθος. Τις χειμωνιάτικες νύχτες το σκοτάδι είναι γεμάτο ψιθύρους. Η ιδέα μιας Οπτικής Μουσικής είναι πια παρελθόν. Ωστόσο, η ζωγραφική με ήχους συνεχίζεται.

Υπάρχουν εξηγήσεις γι’ αυτή τη μουσική; Η τοπιογραφία της είναι γεμάτη «μετά»: μετα-μοντέρνα, μετα-βιομηχανική, μετα-ερωτική, μετα-επαναστατική, μετα-πειραματική, μετα-φεστιβαλική, μετα-μοναχική, μετα-οπτική, μετα-οτιδήποτε. Όχι, δεν είναι μια αναδρομική ματιά, νοσταλγικοί συναισθηματισμοί και απολογισμοί και τέτοια – είναι φρέσκο πράμα. Το «μετά» δηλώνει ένα τέλος και το τέλος δηλώνει πάντα και μια αρχή. Το παιχνίδι με το χρόνο (και η χρήση παλαιότερων ηχογραφήσεων) αποτελεί έναν αισθητικό άξονα.

Συνθέτω θα πει «βάζω μαζί». Το χαρακτηρίζουμε σα δημιουργική διαδικασία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ακρόαση είναι μια διαδικασία παθητική. Υπάρχουν ισορροπίες στο σύγχρονο κόσμο; Οι ατέλειες των μαγνητοφώνων εξασφαλίζουν μια ποικιλία ηχοχρωμάτων. Για μερικούς ανθρώπους, η τέχνη γίνεται αυτοσκοπός καθώς περνούν τα χρόνια, και αυτό μπορεί να είναι ωρίμανση ή παρακμή. Η επικοινωνία (μια από τις σημαντικότερες λειτουργίες της τέχνης), πραγματοποιείται με τους δικούς της κανόνες, ανεξάρτητα από τις διαθέσεις, από τις προσπάθειες, από την μαστοριά του δημιουργού. Όταν δίνουμε την καρδιά μας, μας αγαπούν.

Τέλος, η υπέρβαση των ορίων λειτουργεί πολλαπλασιαστικά. Καλλιεργείται ως δεξιοτεχνία, αλλά όπως όλα τα πράγματα εκφυλίζεται από την κατάχρηση και εξελίσσεται με τη σειρά της σε όριο που αναζητά υπέρβαση. Λέμε πως δεν ακολουθούμε κανόνες κι αυτό είναι ένας ακόμη κανόνας. Γιατί δε βάζουμε όλοι την ίδια ποσότητα ζάχαρης στον καφέ μας; Στο βυθό έχει λάσπη και, ψάχνοντας, μπορεί να μάθεις τα μυστικά των παλιών ναυαγών.

Καλή ακρόαση


post-optical landscapes

a press release, ~6.1.1999

Some days there’ s sunshine, but mostly it rains. Indoors all is quiet, but outside the city is swarmed with people doing so many different things, thinking of yet other, speaking but not communicating. When we are accepted, we are happy. The shiny shopwindow reflects the confused crowd. On winter nights, the darkness is full of whispers. The idea of an Optical Music lies in the past. But painting with sounds goes on.

Can this music be explained? Its landscapes are populated by “post”: post-modern, post-industrial, post-erotic, post-revolutionary, post-experimental, post-festival, post-monastic, post-optical, post-whatever. Yet it’s not a retrospective view, nostalgic sentimentalisms and taking stock and so on – it’s fresh fruit. The “post” indicates an end and an end, as always, marks also a new beginning. Playing with time (along with the use of older recordings) constitutes an aesthetic axis.

To com-pose means “to place together”. We regard it as a creative procedure, implying that listening is a passive one. Is there a balance to be found in the contemporary world? The imperfections of tape-recorders ensure a variety of tone colours. For some people, art becomes an end in itself over the years, and this may mean either maturity or decadence. Communication (one of the prime functions of art) is subject to its own laws, independent of the intentions, the efforts, the craftsmanship of the creator. When we give our whole heart, we are loved.

Last not least, overstepping the limits has a multiplying effect. It can be cultivated as a skill, but like everything else it is degenerates with over-use, evolving in turn into a new limit, demanding to be overstepped. We say we obey no rules and this in itself constitutes another rule. Why don’t we all put the same amount of sugar in our coffee? In the depths there is mud and, if you search, you may learn the secrets of the ancient shipwrecks.

Have a nice listening


Ο Σπύρος Παπαναστασάτος είχε γράψει το καλοκαίρι του 1999, μάλλον σε κάποιο μπλογκ ή φανζίν:

«Ο Κωστής Δρυγιανάκης αναμιγνύει διαφορετικές, μέχρι και αντιφατικές επιρροές σε μια πολυφωνία ήχων, κατασκευάζοντας δυό εντυπωσιακών διαστάσεων κομμάτια σύγχρονης μουσικής. Μακριά από κάθε συμβατικότητα, αυτή είναι μια απόπειρα για μια νέα μουσική γλώσσα, που δεν είναι ούτε κλασσική, ούτε ηλεκτρονική, ούτε τζαζ, ούτε ατμοσφαιρική, ούτε τίποτα ενδιάμεσο από αυτά. Τα κομμάτια είναι πέρα από προσδιορισμούς, μαγευτικά πολύπλοκα, συναισθηματικά και πειραματικά ταυτόχρονα. Κάτι νέο και φρέσκο και ταυτόχρονα αρχέγονο στην αναζήτηση του. Ένα περιπετειώδες, προκλητικό άλμπουμ, γεμάτο εκπλήξεις, που εξερευνεί τα όρια της μουσικής και όμως παραμένει προσβάσιμο, απολαυστικό σε όλες του τις πτυχές και τις ανατροπές. Συνιστώμενο για ακροατές που αναζητούν περιπέτειες!»


François Couture for AllMusic

During the 1980s and 1990s, Greek composer Costis Drygianakis worked within a group called Optical Music. Therefore Post-Optical Landscapes was a way for him to move to something else. This album contains two pieces of a little over 30 minutes each — two suites. “Sound collage” is not an expression that can do justice to Drygianakis‘ work, but there is no better term to describe his technique. The composer used preexisting recordings (some dating as far back as 1976), made some more specifically for this project, and combined them, treated them, and composed them into a striking assemblage. Through the process, he blurred distinctions between recycling, composing, and collaging. Recorded improvisations are recomposed, composed bits of music are recontextualized. Dozens of contributors appear throughout the work, playing violin, flute, percussion, synthesizers, toys, and mostly singing and talking. Snippets of Greek texts can be heard, traditional Greek and Arabic singing, laughs, shouts, etc. Post-Optical Landscapes is part musique concrète, part sound collage, and part audio art, but belongs to none of these categories, being as unclassifiable as some of the works coming out of the Québecois collective Avatar (especially Jocelyn Robert‘s early CDs) or some German hörspiel. Even though no narration is involved, the piece seems to unfold following a dramatic purpose. The listener, trying to organize what is heard in order to find “meaning,” is taken on an impressive audio ride: Tension builds up, crisis happens, temporary peace settles in, etc. It gets confusing at times and, honestly, it would take many attentive listens to start to understand the composer’s numerous artistic choices. Fascinating and very strongly recommended. Released in a limited run of 850 copies.

 

The Pentheus Myth


pen8eas cover

Kostas Pandopoulos & Costis Drygianakis, The Pentheus Myth
Released on May 2, 2019. CD with 36 page bilingual booklet (Greek & English)

The pieces, which we finally collated under the title The Pentheus Myth, were crafted between February and November 1989. They were the fruit of our first encounters with musical cultures of Asia and Africa, but also the outcome of our intention to challenge some stereotypical views on the artistic vanguard as a whole. They were also the result of our acquaintance with the music software of those times, mainly the Notator, as well as with the multi-timbral synthesizers based on the MIDI protocol, which were also an innovation of that era. […]

The Pentheus Myth was never completed and thus of course remained unpublished. The first, introductory piece, which would be something like a taqsim, was not approached even in a draft form and hence it is not included on the disk. The pieces that were actually created, i.e. the ones presented here, are basically the recasting of improvisations and experimentations on ideas from musical cultures of Asia and Africa (based on modal structures, intensive repetition of small riffs, polyrhythmic textures etc.) and also on the emulation of relevant sounds and performing techniques with the use of technology (even of natural sounds, with the exception of the sounds of the sea which were recorded in the field). It must be noted that there was no use of untempered scales, though we had already started dealing with this topic too, at that time.

The Pentheus Myth is essentially ‘home-made’. The equipment used consisted of three Yamaha instruments (DX7, RX5 and TX81Z) plus one Korg (DS8), driven through an Atari 1040ST computer with the aforementioned C-Lab Notator program. All the material was recorded on a four-track Vesta Fire cassette recorder, mainly in order to be assembled as a whole with the interconnecting bridges. Later enough, in February 1991, it was transferred to DAT tape, in the Graffiti studio in Larissa. But in 1991 the cassette recorder was already malfunctioning, having problems in its belts, and thus some small imperfections of the transfer were finally left uncorrected; in fact the possibility of a publication was already significantly compromised. The initial thought was that Pentheus would be published as a vinyl record, as CD’s were out of reach in 1989. […]

(from the introductory note)

Listening and merchandising at the Bandcamp

x DSC_9962

Κώστας Παντόπουλος & Κωστής Δρυγιανάκης: Ο Μύθος του Πενθέα
Κυκλοφόρησε στις 2 Μαΐου 2019. Δίσκος ακτίνας με βιβλιαράκι 36 σελίδων, δίγλωσσο.

Τα κομμάτια που εν τέλει ενώσαμε κάτω από τον τίτλο Ο Μύθος του Πενθέα δημιουργήθηκαν από τον Φεβρουάριο ως τον Νοέμβριο του 1989. Αποτέλεσαν καρπό της πρώτης επαφής μας με τις μουσικές της Ασίας και της Αφρικής, όπως επίσης και της διάθεσης μας να αμφισβητήσουμε κάποιες στερεοτυπικές αντιλήψεις σχετικά με την πρωτοπορία στις καλές τέχνες. Αποτέλεσαν ακόμη καρπό της γνωριμίας μας με τα μουσικά προγράμματα εκείνων των χρόνων, συγκεκριμένα το Notator, όπως και των “πολύ-ηχοχρωματικών” συνθετητών που καθίσταντο εκείνη την εποχή εφικτοί με βάση το πρωτόκολλο MIDI. […]

Ο Μύθος του Πενθέα δεν ολοκληρώθηκε κι έτσι δεν εκδόθηκε στην εποχή του. Το πρώτο, εισαγωγικό κομμάτι, που θα ήταν κάτι σαν ταξίμι, δεν προσεγγίστηκε τελικά ούτε σε επίπεδο σχεδίου, έτσι δεν υφίσταται και στον δίσκο. Τα κομμάτια που υλοποιήθηκαν, αυτά που παραδίδονται εδώ δηλαδή, είναι κατά βάση αποτέλεσμα ανασύνταξης αυτοσχεδιασμών και πειραματισμών πάνω σε ιδέες μουσικών πολιτισμών της Ασίας και της Αφρικής (με χαρακτηριστικές τις τροπικές δομές, την επίμονη επανάληψη μικρών μοτίβων, την πολυρυθμία κλπ), όπως και πάνω στην εξομοίωση σχετικών ήχων και εκτελεστικών τεχνικών με τις δυνατότητες της τεχνολογίας (ακόμη και ήχων της φύσης, με μόνη εξαίρεση τους ήχους της θάλασσας που είναι ηχογραφημένοι εκ του φυσικού). Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι δεν χρησιμοποιήσαμε ασυγκέραστες κλίμακες, αν και εκείνο τον καιρό είχαμε ήδη αρχίσει να καταπιανόμαστε και με αυτό το θέμα.

Ο Μύθος του Πενθέα δημιουργήθηκε “κατ’ οίκον”. Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε ήταν τρία όργανα Yamaha (DX7, RX5 και TX81Z) και ένα Korg (DS8), οδηγημένα από έναν υπολογιστή Atari 1040ST με το προαναφερθέν πρόγραμμα C-Lab Notator. Όλο το υλικό μαγνητοφωνήθηκε με ένα τετρακάναλο κασετόφωνο Vesta Fire, κυρίως για να δημιουργηθούν οι συνδετικές γέφυρες ανάμεσα στα κομμάτια. Μεταγράφηκε σε DAT αρκετά αργότερα, τον Φλεβάρη του 1991, στο στούντιο Graffiti στη Λάρισα. Το κασετόφωνο τότε πια υπολειτουργούσε, έχοντας προβλήματα στους ιμάντες του, και έτσι μερικές ατέλειες στην ψηφιοποίηση έμειναν τελικά αδιόρθωτες· ήδη άλλωστε το ενδεχόμενο της έκδοσης είχε απομακρυνθεί. Η αρχική σκέψη ήταν ότι ο Πενθέας θα εκδίδετο σε βινύλιο, καθώς ο δίσκος ακτίνας ήταν άπιαστο όνειρο το 1989 […]

(από το εισαγωγικό σημείωμα)

Για ακρόαση και εμπόριο, υπάρχει το  Bandcamp


Η ομάδα νέων του Avopolis έγραψε την πρώτη παρουσίαση της κυκλοφορίας στις 10.5.2019

Κώστας Παντόπουλος και Κωστής Δρυγιανάκης απέναντι στον μύθο του Πενθέα

Τα όσα ηχογράφησαν 30 χρόνια πριν (1989), βλέπουν επιτέλους το φως της δημοσιότητας

Στην αρχαία ελληνική μυθολογία, ο Πενθέας πήρε τον θρόνο της Θήβας όταν παραιτήθηκε στα γεράματα ο παππούς του και ιδρυτής της πόλης, Κάδμος. Είχε όμως τέτοια εμμονή να καταπολεμήσει τη λατρεία του Διονύσου στην επικράτειά του, ώστε έφτασε να φυλακίσει τον θεό. Εκείνος βέβαια δεν άργησε να απελευθερωθεί -και έστησε παγίδα στον βασιλιά, που πείστηκε να ανέβει στον Κιθαιρώνα για να δει τις γυναίκες που λάτρευαν τον Διόνυσο ως μαινόμενες Βάκχες. Κι εκείνες, πάνω στη θεϊκή τους μανία, τον έφαγαν ζωντανό, με προεξάρχουσα μάλιστα την ίδια τη μητέρα του, την Αγαύη.

39o.jpg

Πίσω στο 1989, το συγκρότημα Οπτική Μουσική είχε κλείσει τον πρώτο του κύκλο δράσης (1984-1987). Όμως ο Κωστής Δρυγιανάκης και ο Κώστας Παντόπουλος δούλεψαν μαζί στον Βόλο για ένα κοινό άλμπουμ (η άνωθεν φωτογραφία είναι από την εποχή εκείνη, από το αρχείο του Δρυγιανάκη). Οι ηχογραφήσεις, όπως σημειώνουν «αποτέλεσαν καρπό της πρώτης επαφής μας με τις μουσικές της Ασίας και της Αφρικής, όπως επίσης και της διάθεσης μας να αμφισβητήσουμε κάποιες στερεοτυπικές αντιλήψεις σχετικά με την πρωτοπορία στις καλές τέχνες». Το άλμπουμ ωστόσο δεν ολοκληρώθηκε στον καιρό του, αν και το 1991 έγινε μεταγραφή του υπάρχοντος υλικού σε DAT, στο στούντιο Graffiti στη Λάρισα.

Τώρα, όσα κομμάτια υλοποιήθηκαν το 1989, βρίσκουν τελικά τον δρόμο της έκδοσής τους (ψηφιακά και σε CD) σε ένα άλμπουμ με τίτλο Ο Μύθος Του Πενθέα, με το φυσικό format να περιέχει και δίγλωσσο βιβλιαράκι 36 σελίδων. Την κυκλοφορία ανέλαβε το label Ήχοι Κάτω Από Το Σπίτι, η δε CD έκδοση έχει γίνει σε 300 αριθμημένα αντίτυπα.

Frans de Waard wrote in Vital Weekly  in 21.5.2019

KOSTAS PANDOPOULOS & COSTIS DRYGIANAKIS – THE PENTHEUS MYTH (CD Hxoi Kato Apo to Spiti)

While the name of Pandopoulos is not one that ever popped up in these pages, the name of Drygianakis, of course, has a couple of times. These days are best known for his solo work, but in the late 80s also responsible for a group called Optical Musics (see Vital Weekly 1079 for a review of retrospective release). In a sort of gap in between doing projects, the two men worked on music together in which newly acquired technology, such as MIDI technology streamlining synthesizers ‘multi-timbre’ synthesizers and drum machines, was used to play something along the lines of non-Western music; something that was along the lines (and yet different) from the world of Peter Gabriel, WOMAD, Muslimgauze and Bryne/Eno. Of course without going to such non-Western places, and it turned out they learned about it from books and created their own idealized version
of it. These recordings were made on a four-track cassette machine and later transferred to DAT and somehow it took some thirty years to release this, but I am glad they did find a home for it. It comes in a great digipack with an interesting text (in Greek and English), explaining what it is about. Which I think is a good thing as otherwise, I would not know what this is all about. I quite enjoyed this electronic music as it had that vaguely ethnic notion and yet also sound all very electronic. Perfect fusion perhaps? There are some very gentle melodies here and some fine rhythms. It is not easy to say what kind of ground is covered here (well, what they tried to cover here) in terms of continents, countries or such things. I easily admit not knowing enough about those things to know my way around it, but then I must also say I didn’t care that much anyway. I just enjoyed the sheer musicality of it all and in no way, this sounds dated; just still some lovely music, so it’s good to see it is released. (FdW)


Ο Χάρης Συμβουλίδης στο Avopolis, 27.5.2019

Κώστας Παντόπουλος & Κωστής Δρυγιανάκης, Ο Μύθος του Πενθέα

Ηχογράφημα απίθανα σύγχρονο σε σχέση με το τι συνέβαινε εντός Ελλάδος το 1989, το οποίο άνοιγε γενναίο διάλογο με τις εξω-Δυτικές αναζητήσεις της εποχής και διατηρεί αλώβητη την περιπετειώδη του προσέγγιση, 30 χρόνια μετά…

Label | Ήχοι Κάτω Από Το Σπίτι

Κυκλοφορία | 5/2019

Βαθμολογία | 7,5

Σε κάποιο σημείο, οι άνθρωποι του εγχώριου μουσικού Τύπου μάθαμε να χρησιμοποιούμε σχετικώς σωστά τις λέξεις «πειραματισμός» και«πειραματικό» για να αναφερθούμε σε ένα συγκεκριμένο ηχητικό φάσμα –έστω και αποδίδοντας στα ελληνικά ό,τι ο διεθνής Τύπος κατέτασσε στο «experimental». Δεν κράτησε όμως πολύ, καθώς το ιντερνετικό μπαμ οδήγησε γοργά σε πλήθος κειμένων στα οποία αναγορεύτηκε σε «πειραματισμό» ό,τι ξέφευγε από τα (κατά βάση στενά, ενίοτε και στεγνά) γούστα του συντάκτη.  Ωστόσο, στην κατ’ εξοχήν εποχή δράσης της βολιώτικης μπάντας Οπτική Μουσική κατά τη δεκαετία του 1980, ο όρος ευσταθούσε χωρίς να ξεχειλώνει· και περιέγραφε με αρκετή επάρκεια τόσο τις ηχογραφήσεις μεταξύ 1984 και 1987 που μαζεύτηκαν αργότερα (2017) στη συλλογή Τα Πρώτα Λόγια (δείτε περισσότερα εδώ) και στην κασέτα «Λίθον, Ον Απεδοκίμασαν Οι Οικοδομούντες», όσο και το –ιστορικό, πλέον– άλμπουμ του 1987 Τόμος 1.

Ο Μύθος Του Πενθέα έρχεται βέβαια να διηγηθεί μια χωριστή ιστορία· αλλά έχει άμεση συνάφεια με τις ζυμώσεις της άνωθεν εποχής: τόπος παραμένει ο Βόλος, ο χρόνος είναι κοντινός (1989), ως κινητήριος μοχλός εξακολουθεί να λειτουργεί η παρουσία του Κωστή Δρυγιανάκη, ο Κώστας Παντόπουλος ανήκει σε όσους εμπλέχτηκαν με εκείνη τη φάση της Οπτικής Μουσικής (που είχε λήξει μέσα στο 1988). Υπάρχουν όμως και σημαντικές διαφοροποιήσεις, που –ιδωμένες από τη σημερινή σκοπιά, τώρα που αποκαλύπτονται όσα έμειναν από τις τότε ηχογραφήσεις (οι οποίες ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν)– εξασφαλίζουν στον δίσκο μια πολύτιμη αυτοτέλεια. Με λίγα λόγια, ο Μύθος Του Πενθέα δεν είναι ούτε τα απόνερα της Οπτικής Μουσικής, ούτε κάποιος χαμένος κρίκος με τη μετέπειτα δράση του Δρυγιανάκη στους Γκραφίτι (έστω και αν εντοπίζονται επιρροές στο άλμπουμ τους Εγκαίνια του 1991).

Εδώ, λ.χ. τηρούνται ευδιάκριτες αποστάσεις με τον πειραματισμό που χαρακτήρισε τη δράση της Οπτικής Μουσικής: τα άτιτλα κομμάτια που μπαίνουν στις θέσεις 2, 5 και 6 του CD, συνηγορούν σε ό,τι το συνοδευτικό της έκδοσης σημείωμα περιγράφει ως «άνοιγμα σε κατευθύνσεις που έμοιαζαν πιο εύληπτες». Είναι βεβαίως αλήθεια ότι και στα χρόνια των Οπτική Μουσική φτιάχτηκαν πράγματα από τα οποία δεν έλειπε μια παλλόμενη αμεσότητα· ωστόσο στον Μύθο Του Πενθέα τα τρία Yamaha (DX7, RX5 και TX81Z), το Korg DS8 και ο υπολογιστής Atari 1040ST, πάνε το πράγμα αλλού, αξιοποιώντας μια τεχνολογία αιχμής: «μας ενθουσίασε η δυνατότητα που μας έδινε ο υπολογιστής να υλοποιούμε τις ιδέες μας, πολλές από τις οποίες ήταν έτσι κι αλλιώς αδύνατο να αποδοθούν από ζωντανούς μουσικούς».

Πώς τα έφερε η ιστορία, εκείνοι οι πρωτοπόροι ήχοι θεωρούνται πλέον vintage, είναι δε ένα οικείο vintage για όσους νεότερους έμελλε να γαλουχηθούν με τα ηλεκτρονικά των 1990s ή/και να ανακαλύψουν τα ηλεκτρονικά των 1970s. Ίσως στις σχετικές συγκρίσεις ο Μύθος Του Πενθέα να βγαίνει κομματάκι «ξερός», πάντως δεν έχει χαθεί ο αρχικός του παλμός, που βοηθάει το σύγχρονο αυτί να στήσει την απαραίτητη γέφυρα επικοινωνίας.

Ο Δρυγιανάκης, ασφαλώς, γνώριζε ήδη πολύ καλά τα πεπραγμένα των Tangerine Dream, τα οποία είχαν ενημερώσει τόσο την πρώιμη δράση του με τους Blue Encephalitis, όσο και μια οπτική αίσθηση για τη μουσική, με καταβολές στις αισθητικές ιδέες του γερμανικού γκρουπ για ένα «soundtrack χωρίς εικόνα». Αλλά στον Μύθο Του Πενθέα βρίσκεται μακριά από τέτοιες συλλογιστικές: αν επιστρέφει κάπου, είναι στους ΊγκοΠίγκο, τους οποίους διατηρούσε μεταξύ 1981 και 1983 παρέα με τον Παντόπουλο κατά κύριο λόγο, παρά την ανά περιστάσεις παρουσία του Νίκου Ξηράκη ως τρίτου μέλους. Κι αν πρέπει να οριστεί ένα επιδραστικό διεθνές πρότυπο, αυτό είναι ο Jon Hassell και οι δίσκοι του στην αρχή της δεκαετίας του 1980. 

Είναι δηλαδή τα αυτοσχέδια όργανα των ΊγκοΠίγκο, η «χειροτεχνική» τους προσέγγιση και η δική τους εκδοχή για το «ανορθόδοξο» που απηχούνται στο ξάνοιγμα το οποίο ακούμε εδώ προς τους ήχους των παραδόσεων της Ασίας και της Αφρικής. Η κίνηση απέφυγε μάλιστα να καταφύγει στo κολάζ και αναδείχθηκε έτσι εξαιρετικά επίκαιρη, καθώς περνούσαμε τότε από τον Hassell και το περιθωριακό ενδιαφέρον της Δύσης για τη μουσική εθνογραφία (δίσκοι της Ocora, της Lyrichord κτλ.) σε μια φάση ευρύτερης και αμεσότερης ενασχόλησης, στην οποία πρωτοστάτησε η επιτυχία του Graceland του Paul Simon (1986) και το ξεκίνημα της Real World του Peter Gabriel (1989). Παραμένει δε επίκαιρη και σήμερα, καθώς –παρά τις διακυμάνσεις ενδιαφέροντος του Δυτικού ακροατηρίου– έχει πλέον παγιωθεί η πεποίθηση πως πολλά ενδιαφέροντα συμβαίνουν έξω από τη σφαίρα αντίληψης των μεγάλων μουσικών sites της Αμερικής και της Βρετανίας.

Διαθέτει λοιπόν μια αυταξία ο Μύθος Του Πενθέα. Ήταν ηχογράφημα απίθανα σύγχρονο σε σχέση με το τι συνέβαινε εντός Ελλάδος το 1989, το οποίο άνοιγε γενναίο διάλογο με τις εξω-Δυτικές μουσικές αναζητήσεις της εποχής· έστω κι αν βάλουμε έναν αστερίσκο στο «γενναίο», με βάση αφενός την παραδοχή των Παντόπουλου & Δρυγιανάκη ότι δούλεψαν τότε και με πιο τολμηρές ιδέες από όσες τελικά αποτυπώνονται εδώ, αφετέρου και την εκ των υστέρων επίγνωση ότι δεν επιτεύχθηκε ποτέ πλήρης σύγκλιση με το Μπαλί ή το Μπαμακό, παρά με μία ακόμα προσπάθεια του Δυτικού νου να διαφύγει το βάρος της καθημερινότητας. Σίγουρα, επίσης, έχει εντελώς χαθεί από ό,τι ακούμε η όποια διασύνδεση είχαν κατά νου οι δύο συνεργάτες με την αρχαία ελληνική ιστορία του Πενθέα, του μυθικού βασιλιά της Θήβας που τα έβαλε με τον θεό Διόνυσο. 

Σε κάθε περίπτωση, μένουμε με ένα άλμπουμ που καταφέρνει να ακούγεται φρέσκο και περιπετειώδες, παρά την τόση ανάλογη μουσική την οποία έχουμε ακούσει από το 1989 μέχρι τις μέρες μας. Και αυτή είναι η μεγάλη του αισθητική δύναμη, πέρα από την αδιαφιλονίκητη θέση την οποία καταλαμβάνει πλέον στο παζλ της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας. 


Ο Φώντας Τρούσας στο Δισκορυχείο 7.6.2019

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΥΓΙΑΝΑΚΗΣ
o μύθος του Πενθέα

Μία ακόμη έκδοση αρχείου από την ομάδα των μουσικών του Βόλου, που συνασπίστηκαν γύρω από το σχήμα Οπτική Μουσική, έχουμε εδώ – μιαν έκδοση, η οποία αποκαλείται «Ο Μύθος του Πενθέα / Βόλος 1989». Δύο από τα βασικά μέλη τής Οπτικής Μουσικής, ο Κώστας Παντόπουλος και ο Κωστής Δρυγιανάκης, φέρνουν στο φως εγγραφές τους από το 1989, οι οποίες, στην πρώτη φάση τους, δεν ήταν εντελώς ολοκληρωμένες και γι’ αυτό το λόγο δεν προέκυψε η δισκογράφησή τους. Εννέα χρόνια αργότερα (1998) εκείνο το παλαιό υλικό τακτοποιήθηκε, βασικά για αρχειοθέτηση, χωρίς κάποια σκέψη για έκδοση, και είναι τώρα, τριάντα και είκοσι χρόνια αργότερα, όταν αυτές ακριβώς οι ηχογραφήσεις θα δουν εν τέλει το φως, για πρώτη φορά, μέσω ενός CD (300 αριθμημένα αντίτυπα), που θα τυπώσει το label Hxoi Kato Apo To Spiti. Όπως διαβάζουμε στις σημειώσεις του επιμελημένου, δίγλωσσου, ενθέτου:

«Τα κομμάτια που εν τέλει ενώσαμε κάτω από τον τίτλο Ο Μύθος του Πενθέα δημιουργήθηκαν από τον Φεβρουάριο ως τον Νοέμβριο του 1989. Αποτέλεσαν καρπό της πρώτης επαφής μας με τις μουσικές της Ασίας και της Αφρικής, όπως επίσης και της διάθεσής μας να αμφισβητήσουμε κάποιες στερεοτυπικές αντιλήψεις σχετικά με την πρωτοπορία στις καλές τέχνες. Αποτέλεσαν ακόμη καρπό της γνωριμίας μας με τα μουσικά προγράμματα εκείνων των χρόνων, συγκεκριμένα το Notator, όπως και των “πολύ-ηχοχρωματικών” συνθετητών που καθίσταντο εκείνη την εποχή εφικτοί με βάση το πρωτόκολλο MIDI».

Τα κομμάτια που παρουσιάζονται εδώ και είναι βασικά οκτώ, είναι φυσικά electro. Ανεξαρτήτως του κάπως πρωτόλειου χαρακτήρα τους διαθέτουν και διατηρούν μια πλήρη συνθετική λογική, που σχετίζεται με τη χρήση τής τότε νέας τεχνολογίας στην αποτύπωση των «μουσικών του κόσμου» (ανάμεσα σε άλλα) μ’ έναν τρόπο αισθητικώς αποδεκτό, που φανερώνει και γνώση ως ένα βαθμό του γενικότερου αντικειμένου, αλλά και βαθύ ενδιαφέρον, ώστε εκείνο που τελικώς θα παραγόταν να «στεκόταν», παρά την απλότητά του. Οι φίλοι των συνθετητών μπορεί, ενδεχομένως, να αναζητήσουν τις ρίζες αυτού του ήχου σε άλμπουμ της γερμανικής εταιρείας Sky (το “Tonspuren” του Moebius ας πούμε), ενώ όσον αφορά στο εθνο-περιβαλλοντικό πρόταγμα, τα άλμπουμ του Jon Hassell (από “Fourth World” και μετά) είναι οπωσδήποτε «φάροι». Ως ήχος, τώρα, ένας συνδυασμός των βασικών αρχών των γερμανών συστεμιστών και του αμερικανού οραματιστή θα μπορούσε να προσεγγίσει με καλές πιθανότητες την ουσία του ήχου των Παντόπουλου – Δρυγιανάκη, που μπορεί, το ξαναλέω, να ακούγεται πρωτόλειος, δίχως όμως να φείδεται ενδιαφέροντος ή συγκινήσεων.

Εγώ μάλιστα δεν ακούω, εδώ, μόνο… Αφρική και Ασία, ακούω και άλλα πράγματα, περισσότερο κοντινά μας ή και δικά μας (το track 2, το track 5) και αυτό δείχνει, αν θέλετε, μια διάθεση (έδειχνε δηλαδή τότε) να δημιουργηθεί κι ένας εντόπιος ηλεκτρονικός, «ελληνικός» ήχος, που να μην απαξιώνει την τεχνολογία, ούτε να απαξιώνεται από ’κείνην. Οι Παντόπουλος και Δρυγιανάκης το κατορθώνουν και υπό αυτή την έννοια «Ο Μύθος του Πενθέα» μπορεί να θεωρηθεί και ως «αρχή» μιας άποψης ενσωμάτωσης των synths σε μουσικές που να μην είναι ούτε pop, ούτε avant-garde, αλλά άλλου τύπου. Εντάξει, έξω υπήρχε ο Vangelis, ακόμη και ο Iasos στην Αμερική, αλλά εντός των τειχών δεν μπορείς να βρεις πολλά σχετικά. Υπήρχαν (εγγραφές του Βαγγέλη Κατσούλη, του Δημήτρη Πετσετάκη…), αλλά δεν ήταν πολλά.

Chained to the World

chained to the world

A new tape, entitled Chained to the World, came out these last days from the French/German label Falt, and it is available through their Bandcamp page

dav

I wrote something instead of a press release, and here it is

The first idea for this piece came out of paintings. I had come across paintings done on pieces of newspapers; the first one was Atso Sankovski’s impressive Last Supper in the National Gallery of Macedonia, in Skopje. Old printed paper gave to the painting a peculiar texture; the colours set up a conversation with it, sometimes covering it, some others merging the old printing. I thought of something similar in music. A carpet of human voices, from radios, from everyday talks, from lectures, from the internet, varying in tone colour, creating a background for the music to be spelled. Somewhere gaining volume, somewhere fading, somewhere totally vanishing; or maybe in other points coming to the foreground, clear, shouting. Thus I set off.

I started working in early June in Voronezh, Russia. In the ends of the month, while the piece had been shaped to a great extent, by mistake I formatted the hard disk where I kept my files. A calamity! It was followed by an effort to retrieve the data; some things were restored but it became clear that some of the recordings had to be done all over again. I had to reconsider the piece from the very beginning, deciding finally that there should be some radical changes. The need to reconstruct the piece mainly by memory posed new questions; which of the elements I had used were important, which elements were connected and corresponding to other ones, which ones were the aesthetic features in an hierarchical order. The relations between the background and the foreground were one more such question, as well as the relation between insignificant voices and voices charged with meaning. Although I started with many random choices, the joints that gave coherence to the material gradually became clear. Work went on when I returned to Greece and concluded in early August; some events of those days, like the devastative fire in Mati, near Athens, left also a trace on the piece.

As many people of my age, I keep on disliking cassette tapes, clearly opposed to the younger generation who approaches them with a kind of romanticism. In addition to the limitations of the tapes in terms of sound quality, I was always a bit reserved about the very limited releases. I finally succumbed to the pressure of friends to accept these two aspects and I tried to find ways to use them creatively. It’s true that, today, the main means for dissemination and everyday use is not the tape itself but the digital archive, which is a pretty faithful copy of the material produced in the studio; and, in passing, I must say it’s been many years I use tapes, both cassettes and open reels, in the crafting of my music, exactly for the sake of their distortion, as one more means of shaping tone colours. OK, so, cassette tape.

But the main point was that I started enjoying the freedom granted to me by the limited quantity, as well as of the small duration of the cassette tape. I realized that, this way, the piece became less of a public statement and got the sense of a private conversation, of a small gathering of friends; leaving, thus, more space for experimentation and reducing the fear of a failure. So, I started working with my new ideas, reserving “my right to be boring and unintelligent, declining to make witty and clever allusions to impress the noted critics present”, to use the words of Robert Fripp. I have no clue if I succeeded in creating something worthy. I listen back to it and I feel like visiting an uncharted territory, spotting details I never noticed and ending up like the traveler who comes home and finds in his suitcases things he doesn’t remember that he bought. I must confess I enjoy this feeling.

Ending, I must note that the use of language is an issue that occupies me since many years. From my childhood, I remember listening to songs in unintelligible languages, and I think this is a common feeling all over Greece. How do we perceive such languages? What they offer to us? Is this world finally something like the tower of Babel? Can a piece work as a puzzle, as a brainteaser who invites the listener to complete it with his own imagination, leaving as a future duty the exploration of the original sources, of their history, of their context? This feeling also fascinates me, and I can’t forget the frisson I felt when I heard the complete tale by Janie Hunter, twenty years after My Life in the Bush of Ghosts.

Today (Feb. 5), a first mini-review was published in Facebook by Tasos Babatzias

2, 5 babatzias

Feb. 12 we had a nice review by Frans de Waard in Vital weekly

COSTIS DRYGIANAKIS – CHAINED TO THE WORLD (cassette by Falt)

So far, most releases I heard on the French Falt label seemed to be about the debris of the sonic world. Damaged cassettes, half-decaying radio signals and some kind lo-fi electronics, but with this release by Costis Drygianakis, things are a bit different. We know him for his more or less group-oriented works in which the studio plays a big role, taking sounds apart and put together again. This is no different here with various people contributing instruments (Mado Anastasiou, violin; Christos Kaltis, bass; Fanis Panagiotopoulos, sax; Agapi Zarda, trumpet; Monday’s Drop(s), e-bow drawer) and a bunch of voice recordings culled from “online sources, old vinyl and radio programs”. This has very little to do with the usual lo-fi constructions but it is rather expansive piece music with occasional orchestral proportions, interspersed with electronic outbursts and a multitude of voices. Sometimes there seems to be a rather random approach to the use of well… all of it, instruments and voices, distributed over a vast amount of tracks and in ever-changing combinations with each other, coming to the listener through various routes of sound effects. It can take a long form, or very short ones, cut up to small bits, expanding to massive sound bursts and chaotic collaging. And perhaps in a sense that is also very much the world of Falt; it is a collage, after all, like we know and love them from this label, but now one that is quite a bit different. (FdW)
––– Address: https://falt.bandcamp.com/

Mar. 4 we had one more review by Fontas Troussas in Diskoryxeion (in Greek)

ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΥΓΙΑΝΑΚΗΣ νέα κασέτα

Από τη γαλλική κασετο-ετικέτα Falt μας έρχεται η πιο καινούρια δουλειά του Κωστή Δρυγιανάκη, που έχει τίτλο “Chained to theWorld” (2018) και που περιλαμβάνει ένα track, αποτυπωμένο σε όλη την 30λεπτη πρώτη πλευρά (της). Η ηχογράφηση έχει δημιουργηθεί στο διάστημα Ιούνης-Ιούλης 2018, στην πόλη Βορόνεζ της Ρωσίας όπως και στην κωμόπολη Κριθαριά της Μαγνησίας. 

Και σ’ αυτή την ηχογραφική περιπέτειά του ο Δρυγιανάκης δεν είναι μόνος του. Δίπλα του ή εν πάση περιπτώσει στην εγγραφή ακούγονται και οι Μαντώ Αναστασίου βιολί, Χρήστος Καλτής μπάσο, Φάνης Παναγιωτόπουλος σαξόφωνο, Αγάπη Ζάρδα τρομπέτα, Monday’s Drop(s) e-bow drawer(;), ενώ επιπρόσθετες εγγραφές προσφέρουν οι Olya Gluschenko, Λάμπρος Ζαφειρόπουλος και Σπύρος Χαρμάνης – με τις φωνές που ακούγονται να προέρχονται από online πηγές, παλαιούς δίσκους βινυλίου και ραδιοφωνικές εκπομπές.

Όπως αντιλαμβάνεται ο ψυλλιασμένος αναγνώστης-ακροατής (εκείνος, εννοώ, που έχει μιαν επαφή με τη μουσική του Δρυγιανάκη), εδώ έχουμε να κάνουμε με μιαν εγγραφή, η οποία συνδυάζει πολλά από τα ηχητικά μέτωπα του πειραματισμού, δημιουργώντας μιαν αφήγηση.

Υπάρχει, θέλω να πω, ένα πλαίσιο πίσω από το ηχογράφημα ή αν δεν υπάρχει αυτό (το πλαίσιο) τότε απλώς δημιουργείται, καθώς γεννιέται. Θέλω να πω πως τα όρια ανάμεσα στην προετοιμασία και το αυθόρμητο δεν είναι ποτέ σαφή, και ποτέ δεν ξέρεις αν ό,τι ακούς (στη λεπτομέρειά του) είναι προκαθορισμένο (προσωπικώς δεν το πιστεύω) ή αν αποτυπώνεται μια διάθεση της στιγμής (με κάποια βασικά στοιχεία προετοιμασίας).

Φυσικά, μια τέτοια δουλειά προϋποθέτει «παίξιμο» στο στούντιο (ή στον σπιτικό υπολογιστή σου), εκεί όπου θα συμβάλλουν όλες οι επιμέρους «διευθύνσεις» προκειμένου να επιτευχθεί η ποθούμενη μίξη.

Ήχοι λοιπόν αληθινοί ή περίπου (δανεισμένοι από δίσκους ή από το ραδιόφωνο), μια γλωσσική πληθώρα (ελληνικά, ρωσικά, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά κ.λπ.), με φωνές να γράφονται πάνω σε άλλες φωνές κ.ο.κ., που εκτρέπει την εγγραφή προς μια κατάσταση βαβέλ, εκεί όπου δεν έχει σημασία τι λέγεται, αλλά απλώς ότι κάτι λέγεται και βεβαίως… αληθινά μουσικά όργανα που εισβάλλουν και «γεμίζουν» με νότες το γενικότερο δρώμενο, προσδίδοντας μια περαιτέρω αίσθηση «χάους» στο ακρόαμα.

Στο bandcamp διαβάζω τις λέξεις «κλειδιά»… experimental, avant-garde, electronic, musique concrete, sound art, tapemusic… για τη συγκεκριμένη καταγραφή του Δρυγιανάκη. Είναι κάτι απ’ όλα αυτά; Σίγουρα. Και άλλα ακόμη, ίσως… Αν και το θέμα σε τέτοιες εγγραφές, τόσο ρευστές και απρόβλεπτες, δεν είναι τόσο οι ορισμοί αυτοί καθ’ αυτοί, όσο η απόφαση να τις ακούσεις και να τις ξανακούσεις με τη δέουσα προσοχή, ερευνώντας τη δική σου ψυχολογική «παρουσία» μέσα σ’ αυτές. Τούτο είναι το σημαντικότερο όλων.

Apr. 11, one more review by Joshua Minsoo Kim in Tone Glow

Costis Drygianakis named his newest album after a line in Tom Waits’s “Dirt in the Ground.” That song establishes a distressing nihilism from its very first lines: “What does it matter?/A dream of love or a dream of lies/We’re all gonna be in the same place when we die.” This context sets the tone for Chained to the World, an album that feels weighed down by the world’s disheartening realities, exacerbated by a relentless news cycle. As such, Drygianakis inundates the listener with speeches and conversations and news broadcasts. While they persist throughout much of the record, they’re frequently foregrounded by other instrumentation, revealing how the tumultuous state of the world can occupy one’s headspace even when engaged in other activities.

Near the end of the piece, one hears a report on a biotech company called ImmunoGen. Even as there’s a glimpse of hope heard in the information about potential cancer treatments, it’s offset by a mention of how certain technology can prove profitable for the company. Even more directly, we hear the news of a fire engulfing a building, and a woman fighting back tears as she states, “I just want everything to be false.” While a lot of the album’s emotional heft comes from the arrangement of these voice recordings, they’re bolstered by an assemblage of instruments that wander in and out. While at times sparse, the playing always contributes a feeling of restlessness. Chained to the World really feels just like that: an embodiment of the world’s inescapable chaos.